295 αποτελέσματα για «合»
合衾 ごうきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοίμηση στο ίδιο κρεβάτι
合唱隊長 がっしょうたいちょう
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής χορωδίας
合成力 ごうせいりょく
ουσιαστικό
- 01 συνισταμένη δύναμη
合い符 あいふ
ουσιαστικό
- 01 αριθμημένο δελτίο παραλαβής αποσκευών (σε ξενοδοχεία, σταθμούς κ.λπ.)
合い印 あいいん
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα επαλήθευσης, σήμα αντιπαραβολής
- 02 αντίστιξη, αντιστοιχία
合判 あいはん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσημη σφραγίδα, σφραγίδα επικύρωσης, η τοποθέτηση σφραγίδας σε επίσημο έγγραφο
- 02 συνυπογραφή ή κοινή σφράγιση
合い判 あいばん
ουσιαστικό
- 01 χαρτί μεσαίου μεγέθους (περίπου 15x21 εκ., χρησιμοποιείται για σημειωματάρια)
- 02 φωτογραφική εκτύπωση μεσαίου μεγέθους (περίπου 10x13 εκ.)
合刻 ごうこく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έκδοση δύο ή περισσότερων διαφορετικών βιβλίων μαζί ως ένα
合わせもの あわせもの
ουσιαστικό
- 01 κάτι που είναι ενωμένο μαζί
合い釘 あいくぎ
ουσιαστικό
- 01 δίαιχμο καρφί, πείρος
合い薬 あいぐすり
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένο φάρμακο, κατάλληλο φάρμακο
合わせ行なう あわせおこなう
ρήμα
- 01 διεξάγω από κοινού, πράττω ταυτόχρονα
合わせ砥 あわせど
ουσιαστικό
- 01 διπλή πέτρα ακονίσματος
合わせ板 あわせいた
ουσιαστικό
- 01 καπλαμάς, κόντρα πλακέ
合意情死 ごういじょうし
ουσιαστικό
- 01 αμοιβαία αυτοκτονία
合意心中 ごういしんじゅう
ουσιαστικό
- 01 διπλή αυτοκτονία κατόπιν συμφωνίας
合気道家 あいきどうか
ουσιαστικό
- 01 ασκούμενος στο αϊκίντο
合議制度 ごうぎせいど
ουσιαστικό
- 01 κοινοβουλευτικό σύστημα
合祭 ごうさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνενθρόνιση
合唱隊員 がっしょうたいいん
ουσιαστικό
- 01 μέλος χορωδίας