628 αποτελέσματα για «手»
手向け たむけ
ουσιαστικό
- 01 προσφορά σε θεότητα ή πνεύμα
- 02 τιμητική προσφορά σε πρόσωπο που πρόκειται να αναχωρήσει
手直し てなおし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσαρμογή, μικρορύθμιση, βελτίωση, τροποποίηση, πειραματισμός, μικρή αλλαγή, διόρθωση
手配書 てはいしょ
ουσιαστικό
- 01 αφίσα καταζητούμενου, δελτίο αναζήτησης προσώπου, οδηγίες αναζήτησης
手代 てだい
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος πωλήσεων
手招く てまねく
ρήμα
- 01 καλώ με νεύμα, χειρονομώ για να έρθει κάποιος
手が込む てがこむ
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι περίπλοκος, είμαι περίτεχνος, είμαι πολύπλοκος
手折る たおる
ρήμα
- 01 κόβω με το χέρι (π.χ. ένα λουλούδι), σπάζω ένα κλαράκι, μαδάω (ένα λουλούδι, έναν οφθαλμό)
- 02 κάνω μια νέα γυναίκα δικό μου αντικείμενο
手の届かないところ てのとどかないところ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μέρος που βρίσκεται εκτός της εμβέλειάς κάποιου
手落ち ておち
ουσιαστικό
- 01 παράλειψη, αβλεψία
手段を講じる しゅだんをこうじる
άλλο, ρήμα
- 01 λαμβάνω μέτρα, προβαίνω σε ενέργειες
手練 しゅれん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ικανότητα, επιδεξιότητα, έμπειρο χέρι
手間を取る てまをとる
άλλο, ρήμα
- 01 καθυστερώ, απαιτώ χρόνο
手桶 ておけ
ουσιαστικό
- 01 κουβάς, κάδος
手元が狂う てもとがくるう
άλλο, ρήμα
- 01 χάνω τη δεξιότητα στις κινήσεις των χεριών, αστοχώ
手酌 てじゃく
ουσιαστικό
- 01 αυτοεξυπηρέτηση με ποτό, αυτοσερβίρισμα ποτού
手心を加える てごころをくわえる
άλλο, ρήμα
- 01 λαμβάνω υπόψη, ενεργώ κατά τη διακριτική μου ευχέρεια
手向ける たむける
ρήμα
- 01 προσφέρω (π.χ. λουλούδια σε τάφο), αφιερώνω (σε θεότητα, στον θανόντα, κ.λπ.)
- 02 δίνω ως αποχαιρετιστήριο δώρο, προσφέρω (αποχαιρετιστήρια λόγια)
手ぬるい てぬるい
επίθετο
- 01 χαλαρός, επιεικής, χλιαρός, ήπιος
- 02 αργός, νωθρός
手づかみ てづかみ
ουσιαστικό
- 01 πιάσιμο (με γυμνά χέρια), κράτημα, αρπαγή, σύλληψη, πιάσιμο
手巾 しゅきん
ουσιαστικό
- 01 πετσέτα (χεριών)
- 02 μαντήλι