628 αποτελέσματα για «手»

手付かず てつかず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αδιάκοπος, αχρησιμοποίητος, άθικτος
手汗 てあせ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρώτας παλαμών
手相 てそう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμές της παλάμης (στη χειρομαντεία), εμφάνιση της παλάμης του χεριού
手の施しようがない てのほどこしようがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανεπίδεκτος βοήθειας, δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να γίνει
手編み てあみ

ουσιαστικό

  1. 01 χειροπλεκτική
手術台 しゅじゅつだい

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργικό τραπέζι
手癖 てくせ

ουσιαστικό

  1. 01 ροπή στην κλεψιά, ψυχαναγκαστική τάση για κλοπή
  2. 02 συνήθεια στις κινήσεις των χεριών
  3. 03 σημάδια από τον συχνό χειρισμό
手提げ てさげ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντα χειρός, γυναικεία τσάντα
手の届くところ てのとどくところ

ουσιαστικό

  1. 01 σε απόσταση που μπορεί να φτάσει κάποιος
手仕事 てしごと

ουσιαστικό

  1. 01 χειροτεχνία, χειροποίητη εργασία, χειρωνακτική εργασία
手足を伸ばす てあしをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τεντώνω τα άκρα μου
手前勝手 てまえがって

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εγωκεντρικός, εγωιστικός
手間賃 てまちん

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή για εργασία, πληρωμή, χρέωση, μεροκάματο
手を通す てをとおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 φορώ (ρούχο, ιδίως καινούργιο)
手練手管 てれんてくだ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνάσματα, τέχνη της πειθούς
手さばき てさばき

ουσιαστικό

  1. 01 χειρισμός, διαχείριση
手が早い てがはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γρήγορος στη δουλειά
  2. 02 επιτήδειος στο να ξεκινά ερωτικές σχέσεις με γυναίκες
  3. 03 οξύθυμος, επιρρεπής στη χρήση βίας
手慰み てなぐさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ασχολία με αντικείμενο για το πέρασμα της ώρας, ψυχαγωγία, διασκέδαση
  2. 02 τζόγος
手習い てならい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάσκηση στη γραφή με πινέλο
  2. 02 μελέτη, μάθηση
手心 てごころ

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτική ευχέρεια, εκτίμηση, επιείκεια