1588 αποτελέσματα για «一»

一切れ ひときれ

ουσιαστικό

  1. 01 φέτα, μικρό κομμάτι
一語 いちご

ουσιαστικό

  1. 01 μία λέξη
一万円 いちまんえん

ουσιαστικό

  1. 01 δέκα χιλιάδες γεν
一報 いっぽう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληροφόρηση, σύντομη ενημέρωση, ειδοποίηση, επικοινωνία
  2. 02 πρώτη αναφορά, αρχική αναφορά
一言一句 いちごんいっく

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε λέξη και φράση, λέξη προς λέξη
一房 ひとふさ

ουσιαστικό

  1. 01 μία τούφα (μαλλιών, κλωστών, κ.λπ.)
  2. 02 ένα τσαμπί (σταφυλιών, μπανάνων, κ.λπ.), μία δέσμη (π.χ. λουλουδιών)
  3. 03 μία φέτα (μανταρινιού, κ.λπ.), ένα τμήμα
一足 ひとあし

ουσιαστικό

  1. 01 ένα βήμα
  2. 02 μικρή απόσταση, μικρό χρονικό διάστημα
一陣の風 いちじんのかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 ριπή ανέμου
一枚岩 いちまいいわ

ουσιαστικό

  1. 01 μονόλιθος, μεγάλος βράχος
  2. 02 ενότητα (ομάδας, οργανισμού κ.λπ.), ομοψυχία, αλληλεγγύη
一足飛び いっそくとび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένα πήδημα (δηλαδή παράκαμψη ενδιάμεσων σταδίων), ένα άλμα, ένα βήμα, μία κίνηση, η εκτέλεση κάτι με τη μία
  2. 02 πήδημα (με τα δύο πόδια ενωμένα)
一先ず ひとまず

επίρρημα

  1. 01 προς το παρόν, για την ώρα, για τώρα
  2. 02 έστω και αν δεν είναι απόλυτα ικανοποιητικό, κάπως, με κάποιον τρόπο
一個人 いっこじん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιώτης
  2. 02 άτομο, μεμονωμένο άτομο
一も二もなく いちもにもなく

επίρρημα

  1. 01 χωρίς δισταγμό
一線を画する いっせんをかくする

άλλο, ρήμα

  1. 01 θέτω διαχωριστική γραμμή, κάνω διάκριση, ξεχωρίζω
一騎 いっき

ουσιαστικό

  1. 01 ένας ιππέας
一括 いっかつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομαδοποίηση, συγκεντρωτική καταμέτρηση, δέσμη, σύνολο, παρτίδα
一般常識 いっぱんじょうしき

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή λογική, γενικές γνώσεις, ευρέως διαδεδομένη γνώση
一役買う ひとやくかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω έναν ρόλο, παίρνω μέρος
一つ二つ ひとつふたつ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα ή δύο, λίγα, μικρός αριθμός
一人でも多く ひとりでもおおく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 όσο το δυνατόν περισσότεροι (άνθρωποι)