1588 αποτελέσματα για «一»

一人部屋 ひとりべや

ουσιαστικό

  1. 01 μονόκλινο δωμάτιο, προσωπικό δωμάτιο
一人旅 ひとりたび

ουσιαστικό

  1. 01 ταξίδι μόνος, μοναχική περιήγηση
一進一退 いっしんいったい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εναλλασσόμενη πρόοδος και υποχώρηση, αυξομείωση, διακύμανση, εναλλαγή ευνοϊκών και δυσμενών καταστάσεων
一句 いっく

ουσιαστικό

  1. 01 φράση (στίχος, γραμμή)
  2. 02 ένα χάικου
一遍 いっぺん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μία φορά
  2. 02 αποκλειστικά, μόνο, μοναχά
一緒くたに いっしょくたに

επίρρημα

  1. 01 ανακατεμένα, αδιακρίτως, συλλήβδην
一足早い ひとあしはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 λίγο νωρίτερα, μόλις πριν
一糸まとわぬ いっしまとわぬ

άλλο

  1. 01 τελείως γυμνός, ολόγυμνος
一発逆転 いっぱつぎゃくてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολική ανατροπή με ένα χτύπημα, η αναστροφή της κατάστασης με μία επιτυχημένη κίνηση
一匹狼 いっぴきおおかみ

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχικός λύκος, μοναχικός άνθρωπος, ανεξάρτητο άτομο
一読 いちどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση, μία ανάγνωση, μελέτη (ανάγνωση από την αρχή ως το τέλος)
一尺 いっしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 περίπου 30 εκατοστά
一生涯 いっしょうがい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διάρκεια ζωής, ολόκληρη η ζωή κάποιου, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής
一筋の涙 ひとすじのなみだ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ένα μονοκόμματο δάκρυ, μια δακρυϊκή γραμμή που κυλάει
一味違う ひとあじちがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαφέρω κάπως (από πριν, από άλλους, κ.λπ.)
一葉 いちよう

ουσιαστικό

  1. 01 ένα φύλλο
  2. 02 μία σελίδα, ένα φύλλο χαρτί, μία κάρτα, μία φωτογραφία
  3. 03 μία βάρκα
一気 いっき N1

ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 με μια ανάσα
  2. 02 πιες μονορούφι, πιες
一筆 いっぴつ

ουσιαστικό

  1. 01 μία πινελιά
  2. 02 λίγες γραμμές (κείμενο), σημείωμα, σύντομη επιστολή, ένα γράμμα
  3. 03 γράφω μονοκοντυλιά (χωρίς διακοπή για προσθήκη μελανιού στο πινέλο)
  4. 04 τεμάχιο γης
  5. 05 ίδιος γραφικός χαρακτήρας
一考 いっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέταση, σκέψη
一瞬間 いっしゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμή, ακαριαία χρονική στιγμή