110 αποτελέσματα για «休»

休眠 きゅうみん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήθαργος, ηρεμία, διαπαύση
休み休み やすみやすみ

επίρρημα

  1. 01 με διαλείμματα, κάνοντας μικρές παύσεις
  2. 02 με προσεκτική σκέψη, κατόπιν σωστής επεξεργασίας
休日出勤 きゅうじつしゅっきん

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία κατά την ημέρα ανάπαυσης
休職 きゅうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή αποχή από την εργασία, άδεια απουσίας, αναστολή καθηκόντων
休講 きゅうこう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακύρωση διάλεξης ή μαθήματος
休み中 やすみちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατά τη διάρκεια των διακοπών, στις αργίες, στο διάλειμμα
  2. 02 προσωρινά κλειστός, σε παύση λειτουργίας
休戦協定 きゅうせんきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνία ανακωχής
休止状態 きゅうしじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αδράνεια, αναστολή λειτουργίας
休部 きゅうぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναστολή δραστηριοτήτων ομίλου
  2. 02 απουσία από τις δραστηριότητες ομίλου, μη παρακολούθηση των δραστηριοτήτων ομίλου
休す きゅうす

ρήμα

  1. 01 τερματίζω, τελειώνω
  2. 02 ξεκουράζομαι
休場 きゅうじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινό κλείσιμο (θεάτρου, χώρου ψυχαγωγίας, κ.λπ.)
  2. 02 απουσία (από παράσταση, αγώνα, κ.λπ.), αποχή
  3. 03 απουσία (από παλαίστρα ή τουρνουά)
  4. 04 αργία, κλείσιμο (χρηματιστηρίου)
休載 きゅうさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή δημοσίευσης (σε συνέχειες σε εφημερίδες, περιοδικά κ.λπ.)
休館 きゅうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο (βιβλιοθήκης, μουσείου κ.λπ.)
休館日 きゅうかんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα κατά την οποία ένα μουσείο, μια βιβλιοθήκη κ.λπ. είναι κλειστά, ημέρα αργίας
休息所 きゅうそくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος αναμονής, σαλόνι, αίθουσα ψυχαγωγίας, δωμάτιο διαλειμμάτων
休廷 きゅうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή συνεδρίασης δικαστηρίου
休息時間 きゅうそくじかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλειμμα, παύση, ανάπαυλα
休診 きゅうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακόπτω προσωρινά τη λειτουργία (ιατρείου, κλινικής κ.λπ.), δεν δέχομαι ασθενείς
休耕地 きゅうこうち

ουσιαστικό

  1. 01 αργός αγρός, ακαλλιέργητο χωράφι, γη σε αγρανάπαυση, ανενεργό αγροτεμάχιο
休刊 きゅうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναστολή έκδοσης