326 αποτελέσματα για «先»
先方 せんぽう
ουσιαστικό
- 01 άλλο μέρος, άλλη πλευρά
- 02 μπροστά, εμπρός
- 03 προορισμός
先方 さきがた
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πριν από λίγο
先刻 せんこく
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πριν από λίγο, μόλις τώρα
- 02 ήδη, εδώ και πολύ καιρό
先走る さきばしる
ρήμα
- 01 ενεργώ προκαταβολικά, δρω απερίσκεπτα, βιάζομαι, προτρέχω των γεγονότων
先に立つ さきにたつ
άλλο, ρήμα
- 01 ηγούμαι, αναλαμβάνω την πρωτοβουλία
- 02 προηγούμαι (π.χ. η θλίψη να υπερισχύει του θυμού)
- 03 είμαι το πιο ουσιώδες
先回り さきまわり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προπορεύομαι, προλαμβάνω, προβλέπω, φτάνω νωρίτερα από κάποιον άλλον
先頭に立つ せんとうにたつ
άλλο, ρήμα
- 01 ηγούμαι, πρωτοστατώ, βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή
先生方 せんせいがた
ουσιαστικό
- 01 γιατροί, δάσκαλοι, δικηγόροι
先っぽ さきっぽ
ουσιαστικό
- 01 άκρη, άκρο
先決 せんけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προαποφασίζω, διευθετώ πρώτα, θέτω ως απόλυτη προτεραιότητα
先陣 せんじん
ουσιαστικό
- 01 πρωτοπορία, εμπροσθοφυλακή
先客 せんきゃく
ουσιαστικό
- 01 προγενέστερος επισκέπτης
先を急ぐ さきをいそぐ
άλλο, ρήμα
- 01 βιάζομαι, σπεύδω
先んじる さきんじる
ρήμα
- 01 προηγούμαι, προλαμβάνω, προβλέπω
先手を打つ せんてをうつ
άλλο, ρήμα
- 01 προλαμβάνω, ενεργώ πριν από κάποιον άλλον, προλαβαίνω τις εξελίξεις
- 02 παίζω την πρώτη κίνηση (για παράδειγμα στο γκο)
先入観 せんにゅうかん
ουσιαστικό
- 01 προκατάληψη, προκατειλημμένη ιδέα
先の話 さきのはなし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μελλοντικό ζήτημα, κάτι που αργεί πολύ, κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον
先を越す さきをこす
άλλο, ρήμα
- 01 προλαμβάνω, προπορεύομαι, παίρνω την πρωτοβουλία
先ず まず
επίρρημα
- 01 πρώτα απ' όλα, πρώτον, για αρχή, πριν απ' οτιδήποτε άλλο
- 02 πιθανώς, μάλλον, κατά πάσα πιθανότητα, σχεδόν σίγουρα, πρακτικά, σχεδόν
- 03 λίγο πολύ (ικανοποιητικά), γενικά, συνολικά, λογικά, αρκετά
- 04 τέλος πάντων, εν πάση περιπτώσει, πάντως, προς το παρόν (τουλάχιστον), για την ώρα, επί του παρόντος
先を行く さきをいく
άλλο, ρήμα
- 01 προηγούμαι, βγαίνω μπροστά