48 αποτελέσματα για «占»
占領統治 せんりょうとうち
ουσιαστικό
- 01 κατοχική διοίκηση
占領者 せんりょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 κατακτητής, κατοχικές δυνάμεις
占卜 せんぼく
ουσιαστικό
- 01 μαντεία, χαρτομαντεία, χρησμοδοσία
占筮 せんぜい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μαντεία (με χρήση μαντικών ξυλακίων)
占拠地 せんきょち
ουσιαστικό
- 01 κατεχόμενη περιοχή
占守 せんしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάληψη και υπεράσπιση (εδάφους κ.λπ.)
占用 せんよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκλειστική χρήση, ιδιωτική χρήση, μονοπώληση
占法 せんぽう
ουσιαστικό
- 01 μαντεία, χρησμοδοσία
占子 しめこ
ουσιαστικό
- 01 κουνέλι
- 02 κλουβί κουνελιού
占書 うらぶみ
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο μαντείας
占地 しめじ
ουσιαστικό
- 01 λυόφυλλο το σιμέτζι (είδος βρώσιμου μανιταριού)
- 02 ευαγαρικός μύκητας (στα παντοπωλεία αναφέρεται συνήθως σε καλλιεργούμενα μανιτάρια αγρού κ.ά.)
占城 チャンパ
ουσιαστικό
- 01 Τσάμπα (πρώην βασίλειο ή βασίλεια στο κεντρικό Βιετνάμ)
占城稲 せんじょうとう
ουσιαστικό
- 01 ρύζι Τσάμπα
占領地帯 せんりょうちたい
ουσιαστικό
- 01 κατεχόμενη ζώνη
占居 せんきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάληψη συγκεκριμένου χώρου
占取 せんしゅ
ουσιαστικό
- 01 απασχόληση, ενασχόληση
占算 うらさん
ουσιαστικό
- 01 μαντεία με ράβδους
- 02 μαντικές ράβδοι
占住 せんじゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάληψη
占取権 せんしゅけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα προκατάληψης
占い当てる うらないあてる
ρήμα
- 01 προβλέπω το μέλλον