295 αποτελέσματα για «合»

合致 がっち N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία, σύμπτωση, συμμόρφωση, εναρμόνιση
合点がいく がてんがいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
合わせ あわせ

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 ενωμένος, συνδυασμένος, αντίθετος, απέναντι, στραμμένος
合点 がてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκατάθεση, συναίνεση, κατανόηση, συμφωνία, αντίληψη, σύλληψη
合点 ごうてん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλάζα
合鍵 あいかぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίγραφο κλειδιού
  2. 02 πασπαρτού, γενικό κλειδί
合併 がっぺい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγχώνευση (εταιρειών, πόλεων κ.λπ.), συνένωση, ένωση, σύμπτυξη, ενοποίηση, συνασπισμός, συγχώνευση, προσάρτηση, προσχώρηση, ενσωμάτωση
合掌 がっしょう

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 ενώνω τις παλάμες μου σε στάση προσευχής
  2. 02 τριγωνικό πλαίσιο αχυρένιας στέγης
  3. 03 με εκτίμηση
合法的 ごうほうてき

επίθετο

  1. 01 νόμιμος, έννομος, δικαιολογημένος, νομοταγής, εντάξει
合言葉 あいことば

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθημα, κωδικός πρόσβασης
  2. 02 ρητό, σλόγκαν
合間を縫う あいまをぬう

άλλο, ρήμα

  1. 01 αξιοποιώ κατάλληλα τις ελεύθερες στιγμές μου
  2. 02 διασχίζω ανάμεσα από πλήθος (π.χ. μέσα από το πλήθος)
合金 ごうきん

ουσιαστικό

  1. 01 κράμα
合法 ごうほう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμος, σύννομος, θεμιτός
合格点 ごうかくてん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, βαθμός επιτυχίας (βαθμολογία)
合わせる顔がない あわせるかおがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 νιώθω μεγάλη ντροπή για να αντικρίσω κάποιον, δεν έχω το θάρρος να κοιτάξω κάποιον στα μάτια
合理性 ごうりせい

ουσιαστικό

  1. 01 ορθολογικότητα, λογικότητα
合衆国 がっしゅうこく

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδία, ομόσπονδο κράτος
  2. 02 Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
合羽 カッパ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάβροχο
合わせて あわせて

άλλο, επίρρημα, σύνδεσμος

  1. 01 συνολικά, αθροιστικά, στο σύνολο
  2. 02 επιπλέον, συν τοις άλλοις, παράλληλα, ταυτόχρονα
合格者 ごうかくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχών, επιτυχόντας, αυτός που πέρασε τις εξετάσεις