88 αποτελέσματα για «吹»

吹っかける ふっかける

ρήμα

  1. 01 φυσώ πάνω σε, εκπνέω πάνω σε, ψεκάζω
  2. 02 προκαλώ σε καυγά, προκαλώ, επιβάλλω παράλογους όρους, ζητώ το ακατόρθωτο
  3. 03 υπερβάλλω, ζητώ υπέρογκο τίμημα, χρεώνω υπερβολικά
吹っ切る ふっきる

ρήμα

  1. 01 ξεπερνώ, λησμονώ
吹き消す ふきけす

ρήμα

  1. 01 σβήνω (μία φλόγα) φυσώντας
吹き ふき

ουσιαστικό

  1. 01 φύσηγμα (π.χ. του ανέμου)
  2. 02 παίξιμο (πνευστού οργάνου), εκτελεστής (π.χ. κλαρινέτου)
  3. 03 φυσούνα (ζεύγος)
  4. 04 χυτάευση, χύτευση, τήξη
吹き散らす ふきちらす

ρήμα

  1. 01 σκορπίζω, φυσώ προς διάφορες κατευθύνσεις
  2. 02 διαδίδω φήμες, διαλαλώ
吹き鳴らす ふきならす

ρήμα

  1. 01 φυσώ (κόρνα κ.ά.), ηχώ
吹き払う ふきはらう

ρήμα

  1. 01 φυσώ και απομακρύνω
吹き始める ふきはじめる

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να φυσώ
吹雪く ふぶく

ρήμα

  1. 01 φυσώ με ορμή παρασύροντας χιόνι, χιονοθυελλώ
吹き矢 ふきや

ουσιαστικό

  1. 01 φυσοκάλαμο
  2. 02 βέλος φυσοκάλαμου
吹き渡る ふきわたる

ρήμα

  1. 01 φυσώ κατά μήκος, διαπνέω
吹き溜まり ふきだまり

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός από χιόνι ή φύλλα που έχει μεταφερθεί από τον άνεμο
  2. 02 στέκι περιθωριακών ατόμων
吹きさらし ふきさらし

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμοδαρμένος, εκτεθειμένος στον άνεμο
吹き出し ふきだし

ουσιαστικό

  1. 01 σύννεφο διαλόγου (σε κόμικ), μπαλονάκι διαλόγου
  2. 02 ξεφύσημα, εκτόνωση, φύσημα, διέξοδος
  3. 03 φύσημα (εποχιακού ή κλιματικού ανέμου)
吹奏楽 すいそうがく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική για πνευστά, μουσική ορχήστρας πνευστών
吹き寄せる ふきよせる

ρήμα

  1. 01 παρασύρω, συγκεντρώνω με τον άνεμο
  2. 02 αρχίζω να φυσώ, ξεκινώ να φυσώ
吹き下ろす ふきおろす

ρήμα

  1. 01 φυσώ προς τα κάτω
吹きこぼれる ふきこぼれる

ρήμα

  1. 01 ξεχειλίζω κατά τον βρασμό
吹き流す ふきながす

ρήμα

  1. 01 παρασύρω με τον άνεμο, εκτρέπω (πλοίο) από την πορεία του λόγω ανέμου
  2. 02 κάνω να κυματίζει, υψώνω (σημαία)
吹きまくる ふきまくる

ρήμα

  1. 01 φυσώ με ορμή και διαρκώς
  2. 02 καυχώμαι ακατάπαυστα, κομπάζω ασταμάτητα