105 αποτελέσματα για «呼»

呼び声 よびごえ

ουσιαστικό

  1. 01 φωνή, κάλεσμα, κραυγή
呼び鈴 よびりん

ουσιαστικό

  1. 01 κουδούνι (που χρησιμοποιείται για ειδοποίηση ή κάλεσμα), βομβητής
呼び覚ます よびさます

ρήμα

  1. 01 ξυπνώ (κάποιον καλώντας τον), αφυπνίζω
  2. 02 ανακαλώ (π.χ. αναμνήσεις), προκαλώ, θυμάμαι
呼気 こき

ουσιαστικό

  1. 01 εκπνεόμενος αέρας, εκπνοή
呼び立てる よびたてる

ρήμα

  1. 01 καλώ φωνάζοντας, ζητώ από κάποιον να έρθει
呼吸困難 こきゅうこんなん

ουσιαστικό

  1. 01 δύσπνοια, επίπονη αναπνοή
呼び集める よびあつめる

ρήμα

  1. 01 συγκαλώ, συγκεντρώνω
呼ばわる よばわる

ρήμα

  1. 01 φωνάζω, κραυγάζω
呼び水 よびみず

ουσιαστικό

  1. 01 προετοιμασία άντλησης, υποκίνηση, τόνωση
呼吸を合わせる こきゅうをあわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγχρονίζω την αναπνοή μου με αυτή του αντιπάλου πριν από την έναρξη ενός αγώνα
呼吸器 こきゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 αναπνευστικά όργανα
呼吸法 こきゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικές αναπνοής, έλεγχος της αναπνοής
呼び返す よびかえす

ρήμα

  1. 01 καλώ πίσω, ανακαλώ
呼び入れる よびいれる

ρήμα

  1. 01 καλώ μέσα, προσκαλώ, εισάγω
呼びにやる よびにやる

ρήμα

  1. 01 στέλνω να φωνάξουν (γιατρό κ.λπ.)
呼び慣れる よびなれる

ρήμα

  1. 01 συνηθίζω να προσφωνώ κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομα
呼吸が合う こきゅうがあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμφωνώ, τα πηγαίνω καλά, είμαι στο ίδιο μήκος κύματος, συνεργάζομαι αρμονικά, συγχρονίζομαι
呼吸器系 こきゅうきけい

ουσιαστικό

  1. 01 αναπνευστικό σύστημα
呼び子 よびこ

ουσιαστικό

  1. 01 σφυρίχτρα
呼出音 よびだしおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος κλήσης
  2. 02 ήχος αναμονής κλήσης