108 αποτελέσματα για «寄»

寄贈 きぞう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δωρεά, προσφορά, χάρισμα
寄る辺 よるべ

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο, άτομο για εμπιστοσύνη, πρόσωπο για στήριξη
寄進 きしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσφορά (σε ναό, ιερό κ.λπ.), δωρεά
寄席 よせ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος παραστάσεων (για ρακούγκο, μανζάι, ταχυδακτυλουργικά, μουσική κ.λπ.), θέατρο βοντβίλ, αίθουσα μουσικών παραστάσεων
寄せては返す よせてはかえす

ρήμα

  1. 01 σκάνε και υποχωρούν στην ακτή (για κύμα)
寄せ よせ

ουσιαστικό

  1. 01 γιόζε, τελικό στάδιο παρτίδας, φινάλε, (ειδικά στο γκο) κινήσεις στο τέλος της παρτίδας που επεκτείνουν την περιοχή κάποιου ή περιορίζουν του αντιπάλου
  2. 02 συγκέντρωση, περισυλλογή, προσέλευση
寄り合い よりあい

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση, συγκέντρωση
  2. 02 κοινοτική συνέλευση χωριού
  3. 03 δύο παλαιστές που πλησιάζουν ο ένας τον άλλον
寄港 きこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέγγιση σε λιμάνι
  2. 02 πραγματοποίηση ενδιάμεσης στάσης σε αεροδρόμιο
寄宿 きしゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή, φιλοξενία, τροφή και στέγη
  2. 02 οικοτροφείο, φοιτητική εστία, κοιτώνας
寄稿 きこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρθρο (π.χ. σε εφημερίδα)
寄せ書き よせがき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή γραπτών ή σχεδίων από πολλά άτομα σε ένα ενιαίο φύλλο χαρτιού
寄り合う よりあう

ρήμα

  1. 01 συναθροίζομαι, συναντιέμαι
寄宿学校 きしゅくがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 οικοτροφείο
寄せ手 よせて

ουσιαστικό

  1. 01 επιτιθέμενος στρατός
寄す よす

ρήμα

  1. 01 συμπεριλαμβάνω, υποδέχομαι, αφήνω κάποιον να εισέλθει
  2. 02 πλησιάζω, φέρνω κοντά, αφήνω κάποιον να πλησιάσει
寄生生物 きせいせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 παράσιτο
寄港地 きこうち

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσος σταθμός πλοίου
寄り目 よりめ

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία κλίση των οφθαλμών προς τα μέσα, συγκλίνων στραβισμός
寄り合い所帯 よりあいじょたい

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα πολλών νοικοκυριών, ετερόκλητη ομάδα, συνονθύλευμα μερών
寄せ鍋 よせなべ

ουσιαστικό

  1. 01 κατσαρόλα με κοτόπουλο ή θαλασσινά και λαχανικά σε ζωμό από ντάσι, η οποία συνήθως μαγειρεύεται στο τραπέζι (παραδοσιακά χειμερινό γεύμα), στιφάδο ή σούπα με θαλασσινά και λαχανικά