65 αποτελέσματα για «就»

就役 しゅうえき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη υπηρεσίας
  2. 02 ένταξη σε ενεργό υπηρεσία (πολεμικού πλοίου, φορτηγού κ.λπ.)
就職率 しゅうしょくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό απασχόλησης
就き つき

άλλο

  1. 01 σχετικά με, ανά, εξαιτίας
就職浪人 しゅうしょくろうにん

ουσιαστικό

  1. 01 άνεργος πτυχιούχος πανεπιστημίου που αναζητά εργασία
就業規則 しゅうぎょうきそく

ουσιαστικό

  1. 01 κανονισμός εργασίας
就労ビザ しゅうろうビザ

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια εργασίας, βίζα εργασίας
就眠 しゅうみん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάκλιση, αποκοίμηση, ύπνος
就任演説 しゅうにんえんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλία ανάληψης καθηκόντων
就業時間中 しゅうぎょうじかんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας
就業者 しゅうぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος
就職情報誌 しゅうしょくじょうほうし

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδικό επαγγελματικής αποκατάστασης (για νέους αποφοίτους)
就職希望者 しゅうしょくきぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποψήφιος για θέση εργασίας, άτομο που αναζητά εργασία, άτομο που κυνηγά μια θέση εργασίας
就職斡旋 しゅうしょくあっせん

ουσιαστικό

  1. 01 εύρεση εργασίας, επαγγελματική αποκατάσταση
就職運動 しゅうしょくうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση εργασίας
就学年齢 しゅうがくねんれい

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική ηλικία
就職者 しゅうしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος
就学率 しゅうがくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό φοίτησης σε σχολείο
就農 しゅうのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενασχόληση με τη γεωργία
就業率 しゅうぎょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό απασχόλησης, ποσοστό εργαζομένων
就床 しゅうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάκλιση, πηγαίνω για ύπνο