106 αποτελέσματα για «居»

居住区 きょじゅうく

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή κατοικίας, συνοικία, γειτονιά
居室 きょしつ

ουσιαστικό

  1. 01 καθιστικό
居残り いのこり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερωριακή εργασία
  2. 02 τιμωρία, παραμονή στο σχολείο μετά τη λήξη των μαθημάτων
居たたまれない いたたまれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 νιώθω ότι δεν αντέχω να παραμείνω σε ένα μέρος, νιώθω την ανάγκη να αποχωρήσω άμεσα, αισθάνομαι άβολα και θέλω να φύγω
居心地がいい いごこちがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 άνετος, ευχάριστος, ζεστός, φιλόξενος (για χώρο διαμονής)
居丈高 いたけだか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυταρχικός, υπεροπτικός
居づらい いづらい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δύσκολο να παραμείνει κανείς σε ένα μέρος, νιώθω άβολα να βρίσκομαι κάπου
居を構える きょをかまえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εγκαθίσταμαι, κατοικώ
居心地の良い いごこちのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 άνετος (για διαμονή), ζεστός, φιλόξενος
居着く いつく

ρήμα

  1. 01 εγκαθίσταμαι, παραμένω μόνιμα, παραμένω για μεγάλο διάστημα, παραμένω
居合い いあい

ουσιαστικό

  1. 01 ιαΐ, η τέχνη του να τραβάς το σπαθί σου, να εξουδετερώνεις τον αντίπαλό σου και να θηλυκώνεις το σπαθί στη συνέχεια
居留守 いるす

ουσιαστικό

  1. 01 υποκρισία απουσίας (προσποιούμαι ότι λείπω από το σπίτι)

ουσιαστικό

  1. 01 βρίσκομαι (σε κάποιο μέρος)
  2. 02 κάθομαι
居士 こじ

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκός (άνθρωπος που ασκεί βουδισμό χωρίς να είναι μοναχός, χρησιμοποιείται μερικές φορές ως μεταθανάτιο επίθετο)
  2. 02 ιδιώτης λόγιος
居直る いなおる

ρήμα

  1. 01 κάθομαι ίσια, παίρνω όρθια στάση καθιστού
  2. 02 υιοθετώ προκλητική στάση, γίνομαι επιθετικός, περνάω στην αντεπίθεση
居住地 きょじゅうち

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος κατοικίας, κατοικία
居住スペース きょじゅうスペース

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικήσιμος χώρος
居留地 きょりゅうち

ουσιαστικό

  1. 01 ξένος οικισμός, παραχώρηση εδάφους
  2. 02 καταυλισμός (π.χ. ιθαγενών Αμερικανών)
居住者 きょじゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος, ένοικος
居留守を使う いるすをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι ότι λείπω