53 αποτελέσματα για «床»
床上げ とこあげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάρρωση από ασθένεια
床ずれ とこずれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάκλιση
床脇 とこわき
ουσιαστικό
- 01 τμήμα του δωματίου δίπλα στην αλκόβη (όπου συχνά τοποθετούνται ράφια)
床入り とこいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ολοκλήρωση γάμου
床を取る とこをとる
άλλο, ρήμα
- 01 στρώνω το κρεβάτι
床上浸水 ゆかうえしんすい
ουσιαστικό
- 01 πλημμύρα πάνω από το επίπεδο του δαπέδου
床を上げる とこをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 μαζεύω τα κλινοσκεπάσματα
- 02 αναρρώνω από ασθένεια (και μαζεύω το κρεβάτι του ασθενούς)
床タイル ゆかタイル
ουσιαστικό
- 01 πλακάκι δαπέδου
床を払う とこをはらう
άλλο, ρήμα
- 01 αναρρώνω από ασθένεια (και μαζεύω το κρεβάτι του αρρώστου)
床あしらい とこあしらい
ουσιαστικό
- 01 παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών (από ιερόδουλη)
床暖 ゆかだん
ουσιαστικό
- 01 ενδοδαπέδια θέρμανση
床山 とこやま
ουσιαστικό
- 01 κομμωτής παλαιστών σούμο και ηθοποιών, κατασκευαστής περουκών για ηθοποιούς
- 02 χώρος κομμωτηρίου (κατά την περίοδο Έντο στο καμπούκι)
床店 とこみせ
ουσιαστικό
- 01 απλό μαγαζί, πάγκος, μικροπωλητήριο
床運動 ゆかうんどう
ουσιαστικό
- 01 ασκήσεις εδάφους
床払い とこばらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάρρωση από ασθένεια
床飾り とこかざり
ουσιαστικό
- 01 διακοσμητικό αντικείμενο για το τοκονομά
床芸者 とこげいしゃ
ουσιαστικό
- 01 έκπτωτη γκέισα, γκέισα που εκδίδεται
床離れ とこばなれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εγέρσιμο από το κρεβάτι, σηκώσιμο από το κρεβάτι
- 02 ανάρρωση από ασθένεια, αποθεραπεία
床屋談義 とこやだんぎ
ουσιαστικό
- 01 κουβέντα στο κουρείο, καθημερινή συζήτηση για τρέχοντα θέματα
床を伸べる とこをのべる
άλλο, ρήμα
- 01 στρώνω το κρεβάτι