79 αποτελέσματα για «役»
役割を演じる やくわりをえんじる
άλλο, ρήμα
- 01 επιτελώ έναν ρόλο
役作り やくづくり
ουσιαστικό
- 01 μελέτη ρόλου, προετοιμασία για ρόλο (σε θεατρικό έργο κ.λπ.)
役不足 やくぶそく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 δυσαρέσκεια για τον ρόλο ή την εργασία που έχει ανατεθεί, αίσθηση ότι κάποιος είναι ανώτερος από τον ρόλο που του δόθηκε
- 02 ανεπαρκής για το έργο, ακατάλληλος για την αποστολή (δεν έχει τις ικανότητες να ανταπεξέλθει)
役員会 やくいんかい
ουσιαστικό
- 01 συνεδρίαση διοικητικού συμβουλίου ή στελεχών
役満 やくマン
ουσιαστικό
- 01 γιακούμαν, νίκη που αξίζει 32000 πόντους (ή, αν είναι ντίλερ, 48000 πόντους)
役名 やくめい
ουσιαστικό
- 01 επίσημος τίτλος
役職名 やくしょくめい
ουσιαστικό
- 01 τίτλος θέσης, ονομασία αξιώματος
役を勤める やくをつとめる
άλλο, ρήμα
- 01 υπηρετώ σε ρόλο, κατέχω αξίωμα, υποδύομαι τον ρόλο
役宅 やくたく
ουσιαστικό
- 01 κρατική κατοικία για αξιωματούχους
役付き やくづき
ουσιαστικό
- 01 κατέχω θέση ευθύνης, πρόσωπο σε θέση ευθύνης, διευθυντική θέση
役務 えきむ
ουσιαστικό
- 01 εργασία, υπηρεσία
役儀 やくぎ
ουσιαστικό
- 01 ρόλος, καθήκον, ευθύνη
役 えき
ουσιαστικό
- 01 πόλεμος, εκστρατεία, μάχη
- 02 αμισθί εργασία (σύστημα ριτσουριό), καταναγκαστική εργασία
役に就く やくにつく
άλλο, ρήμα
- 01 διορίζομαι σε θέση, αναλαμβάνω αξίωμα
役に立たない やくにたたない
άλλο, επίθετο
- 01 άχρηστος, ανούσιος
- 02 άχρηστος
役僧 やくそう
ουσιαστικό
- 01 ιερέας υπεύθυνος για τα λειτουργικά καθήκοντα ενός ναού
役目柄 やくめがら
ουσιαστικό
- 01 λόγω της θέσης κάποιου, λόγω της φύσης των καθηκόντων κάποιου
役する えきする
ρήμα
- 01 αγγαρεύω, υποχρεώνω σε εργασία
- 02 χρησιμοποιώ
役者絵 やくしゃえ
ουσιαστικό
- 01 γιακουσαέ, ιαπωνική ξυλογραφία ουκίγιο-έ που απεικονίζει ηθοποιούς του καμπούκι
役員報酬 やくいんほうしゅう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή ή αποζημίωση στελέχους