49 αποτελέσματα για «彼»
彼奴ら きゃつら
αντωνυμία
- 01 αυτοί, τύποι σαν κι αυτούς
彼の地 かのち
ουσιαστικό
- 01 εκεί, εκείνο το μέρος
彼処 あこ
ουσιαστικό
- 01 εκεί, προς τα εκεί, το μέρος εκείνο, εκεί πέρα, το μέρος που ξέρεις
彼岸花 ひがんばな
ουσιαστικό
- 01 χιγκανμπάνα (κόκκινο κρίνο-αράχνη, Lycoris radiata), κρίνο των συστάδων
彼方此方 かなたこなた
αντωνυμία, επίρρημα
- 01 εδώ κι εκεί, σε διάφορα μέρη, ολόγυρα, παντού, σε όλη την έκταση
彼個人 かれこじん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αυτός ο ίδιος
- 02 προσωπικός του
彼女ら かのじょら
αντωνυμία
- 01 αυτές (γυναίκες), αυτές
彼流 かれりゅう
ουσιαστικό
- 01 το στυλ του, το στυλ της, ο τρόπος του, ο τρόπος της
彼岸桜 ひがんざくら
ουσιαστικό
- 01 χιγκανζάκουρα (είδος κλαδευτής κερασιάς, Prunus subhirtella), κερασιά που ανθίζει νωρίς (γύρω στην εαρινή ισημερία)
- 02 διπλή κλαδευτή κερασιά (Prunus pendula)
彼ピッピ かれピッピ
ουσιαστικό
- 01 αγόρι, σχεδόν αγόρι
彼岸会 ひがんえ
ουσιαστικό
- 01 βουδιστικές τελετουργίες κατά την εβδομάδα της ισημερίας
彼ピ かれピ
ουσιαστικό
- 01 αγόρι
彼岸の入り ひがんのいり
ουσιαστικό
- 01 πρώτη ημέρα της εβδομάδας των ισημεριών
彼の かの
άλλο
- 01 αυτός ο γνωστός, ο μοναδικός
- 02 εκείνος, εκείνοι, το
彼式 あれしき
ουσιαστικό
- 01 τόσο ασήμαντος, τόσο ευτελής
彼方 あちら
αντωνυμία
- 01 προς τα εκεί, εκεί, πέρα, εκεί πέρα
- 02 εκείνος, εκείνη, εκείνο
- 03 εκείνος, εκείνη
- 04 εκεί, πέρα, ξένη χώρα (ιδιαίτερα δυτική)
彼を知り己を知れば、百戦殆からず かれをしりおのれをしれば、ひゃくせんあやうからず
άλλο
- 01 αν γνωρίζεις τον εχθρό σου και τον εαυτό σου, σε εκατό μάχες δεν θα ηττηθείς ποτέ, γνώριζε τον εχθρό σου
彼や是や あれやこれや
άλλο
- 01 αυτά κι εκείνα, διάφορα πράγματα
彼とか かんとか
ουσιαστικό
- 01 κάτι τέτοιο, έτσι κι έτσι, κάποιος συγκεκριμένος (εκείνος ή εκείνο)
彼は誰時 かわたれどき
ουσιαστικό
- 01 αυγή, χάραμα