58 αποτελέσματα για «徒»

徒人 かちびと

ουσιαστικό

  1. 01 πεζοπόρος, άτομο που μετακινείται με τα πόδια
徒人 ずにん

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακισμένος (για ποινή ενός έως τριών ετών σύμφωνα με το σύστημα ριτσουριό)
徒人 あだびと

ουσιαστικό

  1. 01 άστατος άνθρωπος, ευμετάβλητος άνθρωπος
  2. 02 κομψός άνθρωπος
徒弟制度 とていせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα μαθητείας, μαθητεία
徒食 としょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τεμπέλικη ζωή, αργία
徒爾 とじ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ματαίωση, αχρηστία
徒事 あだごと

ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντο ζήτημα, επουσιώδες πράγμα, άνευ σημασίας θέμα
徒ならぬ ただならぬ

άλλο

  1. 01 ασυνήθιστος, μη κοινός, έκτακτος, εξαιρετικός, ανεπανάληπτος, σοβαρός, ανησυχητικός
徒然なるままに つれづれなるままに

άλλο

  1. 01 έχοντας ελεύθερο χρόνο, μην έχοντας τίποτα να κάνω
徒費 とひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπατάλη
徒名 あだな

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη για ειδύλλιο, κουτσομπολιό για ερωτική σχέση
徒士衆 かちしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ταπεινός σαμουράι που υπηρετούσε ως σωματοφύλακας πεζός
  2. 02 σωματοφύλακες στην υπηρεσία του σόγκουν που προπορεύονταν κατά τη διάρκεια εξορμήσεων (περίοδος Έντο)
徒手体操 としゅたいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκήσεις χωρίς όργανα, καλλισθενική γυμναστική (εκτελούνται χωρίς τη χρήση εξοπλισμού)
徒士組 かちぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 σωματοφύλακες στην υπηρεσία του σόγκουν οι οποίοι περπατούσαν μπροστά του κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών του (περίοδος Έντο)
徒侍 かちざむらい

ουσιαστικό

  1. 01 ταπεινός σαμουράι που υπηρετούσε ως σωματοφύλακας πεζή
徒や疎か あだやおろそか

επίθετο

  1. 01 υποτιμητικός, αμελής
徒死 とし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άδικος θάνατος
徒行 とこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεζοπορία, μετακίνηση με τα πόδια
徒疎か あだおろそか

επίθετο

  1. 01 παραμελητικός, αδιάφορος, που υποτιμά κάτι
徒歩競走 とほきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου