あだびと

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ただびと , いたずらびと , かちびと , ずにん

  1. 01 αρχαϊκό άστατος άνθρωπος, ευμετάβλητος άνθρωπος
  2. 02 αρχαϊκό κομψός άνθρωπος