Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
徒人
あだびと
徒
徒
あだ
人
びと
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
ただびと
,
いたずらびと
,
かちびと
,
ずにん
01
αρχαϊκό
άστατος άνθρωπος, ευμετάβλητος άνθρωπος
02
αρχαϊκό
κομψός άνθρωπος