徒人かちびと

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ただびと , いたずらびと , ずにん , あだびと

  1. 01 αρχαϊκό πεζοπόρος, άτομο που μετακινείται με τα πόδια