65 αποτελέσματα για «息»

息吹 いぶき

ουσιαστικό

  1. 01 ανάσα
  2. 02 σημάδι (κάτι νέου και φρέσκου), ανάσα (της άνοιξης, καθαρού αέρα κ.λπ.), ζωτικότητα
息がかかる いきがかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω την προσωπική υποστήριξη (ενός σημαίνοντος προσώπου), είμαι υπό την προστασία κάποιου
息を詰める いきをつめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ την αναπνοή μου
息巻く いきまく

ρήμα

  1. 01 εξοργίζομαι, αγανακτώ, ξεσπώ με οργή
  2. 02 ενθουσιάζομαι, μιλώ με ενθουσιασμό, μιλώ με σθένος, παθιάζομαι
息の根を止める いきのねをとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκοτώνω, αφαιρώ τη ζωή κάποιου
息が上がる いきがあがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαχανιάζω, μένω από ανάσα
息女 そくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κόρη (ειδικότερα κάποιου υψηλόβαθμου προσώπου)
  2. 02 κόρη (κάποιου άλλου)
息づく いきづく

ρήμα

  1. 01 αναπνέω (βαριά), λαχανιάζω, ασθμαίνω, αναστενάζω
  2. 02 ζω
息が切れる いきがきれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαχανιάζω, μένω από ανάσα, χάνω την αναπνοή μου
  2. 02 ξεμένω από δυνάμεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, καταρρέω
  3. 03 πεθαίνω
息を引き取る いきをひきとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πεθαίνω, αφήνω την τελευταία μου πνοή
息を吹き返す いきをふきかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναπνέω ξανά, συνέρχομαι, επανέρχομαι στη ζωή
息つく いきつく

ρήμα

  1. 01 παίρνω μια ανάσα, κάνω ένα σύντομο διάλειμμα
息継ぎ いきつぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάσα (κατά το τραγούδι, την κολύμβηση, κ.λπ.)
  2. 02 σύντομο διάλειμμα, ανάπαυλα
息を荒げる いきをあらげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναπνέω βαριά
息を弾ませる いきをはずませる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαχανιάζω, αναπνέω με δυσκολία, είμαι λαχανιασμένος, είμαι ενθουσιασμένος
息災 そくさい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καλή υγεία
  2. 02 αναστολή ατυχίας, αποτροπή καταστροφής
息の根 いきのね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ζωή
息が合う いきがあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ σε πλήρη συντονισμό, τα πηγαίνω καλά, βρίσκομαι σε απόλυτη αρμονία, αποτελώ ιδανικό ζευγάρι (ή ομάδα)
息せき切る いきせききる

ρήμα

  1. 01 λαχανιάζω (καθώς βιάζομαι), αναπνέω με δυσκολία, φυσάω και ξεφυσάω
息の合った いきのあった

άλλο

  1. 01 με καλό συντονισμό