162 αποτελέσματα για «投»

投げ入れる なげいれる

ρήμα

  1. 01 ρίχνω μέσα, πετώ ομαδικά σε έναν χώρο
投獄 とうごく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυλάκιση, εγκλεισμός
投手 とうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ρίπτης, πίτσερ
投げ返す なげかえす

ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω ρίψη
投石 とうせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρίψη πέτρας
  2. 02 πέτρα (για ρίψη)
投射 とうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προβολή (εικόνας)
投資家 とうしか

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτής
投函 とうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταχυδρόμηση, αποστολή αλληλογραφίας
投球 とうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρίψη μπάλας, βολή (στο κρίκετ), ριγμένη μπάλα
投薬 とうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χορήγηση φαρμάκων, φαρμακευτική αγωγή, δοσολογία
投げ落とす なげおとす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω
投げナイフ なげナイフ

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι ρίψεων
投書 とうしょ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστολή (π.χ. παραπόνων), γράμμα προς τον εκδότη, επιστολή αναγνώστη
  2. 02 συνεισφορά (σε εφημερίδα, περιοδικό, κ.λπ.)
投げ打つ なげうつ

ρήμα

  1. 01 πετώ, εγκαταλείπω, παραιτούμαι, απεμπολώ, θυσιάζω (τη ζωή μου)
投石機 とうせきき

ουσιαστικό

  1. 01 καταπέλτης, βαλλίστρα, μαγγανικό, ονάγρος, τρεμπουσέ
  2. 02 σφενδόνα, σφεντόνα
投げ合う なげあう

ρήμα

  1. 01 πετάω κάτι ο ένας στον άλλον, ανταλλάσσω κάτι πετώντας το, μοιράζω κάτι από δω κι από κει
  2. 02 συμμετέχω σε μονομαχία ρίψεων (στο μπέιζμπολ)
投棄 とうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη, παραίτηση, πέταγμα, διάθεση, απόρριψη
投げキッス なげキッス

ουσιαστικό

  1. 01 πεταχτό φιλί, φιλί στον αέρα
投ずる とうずる

ρήμα

  1. 01 ρίχνω, εκσφενδονίζω (π.χ. ψήφο, φως, σκιά)
  2. 02 αφοσιώνομαι (π.χ. σε έναν σκοπό)
  3. 03 επενδύω, βάζω μέσα
  4. 04 χορηγώ (φάρμακο), δίνω
  5. 05 παραδίνομαι
  6. 06 εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ πλήρως
  7. 07 ταιριάζω καλά με, εναρμονίζομαι με
  8. 08 διαμένω (σε κατάλυμα)
投網 とあみ

ουσιαστικό

  1. 01 δίχτυ ρίψης, πεταχτάρι