49 αποτελέσματα για «揺»
揺り籠 ゆりかご
ουσιαστικό
- 01 λίκνο, κούνια
揺蕩う たゆたう
ρήμα
- 01 λικνίζομαι, παρασύρομαι, ανεμίζω, τρεμοπαίζω
- 02 είμαι αναποφάσιστος, διστάζω, ταλαντεύομαι
揺さぶり ゆさぶり
ουσιαστικό
- 01 κίνηση, ταλάντωση
- 02 αναστάτωση, ψυχολογική πίεση (σε έναν αντίπαλο), αποσυντονισμός (κάποιου)
揺り椅子 ゆりいす
ουσιαστικό
- 01 κουνιστή καρέκλα
揺籃 ようらん
ουσιαστικό
- 01 λίκνο
揺り戻し ゆりもどし
ουσιαστικό
- 01 επαναφορά, μετασεισμός, αντιδραστική κίνηση
揺り返し ゆりかえし
ουσιαστικό
- 01 μετασεισμός
揺曳 ようえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τρεμοπαίζω, αιωρούμαι
- 02 παραμένω, χρονοτριβώ
揺動 ようどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταλάντωση, τρέμουλο, λίκνισμα
揺り戻す ゆりもどす
ρήμα
- 01 ταλαντεύομαι προς τα πίσω
揺すり起こす ゆすりおこす
ρήμα
- 01 ξυπνάω κάποιον κουνώντας τον
揺り返す ゆりかえす
ρήμα
- 01 αναταράζω, κουνώ αντίθετα
揺り動く ゆりうごく
ρήμα
- 01 σειέμαι, τρέμω
- 02 ταλαντεύομαι, αιωρούμαι
揺籃期 ようらんき
ουσιαστικό
- 01 βρεφική ηλικία, εν τη γενέσει
揺すれる ゆすれる
ρήμα
- 01 τρέμω, κλυδωνίζομαι
揺ら揺ら ゆらゆら
επίρρημα, ρήμα
- 01 λικνίζομαι, ταλαντεύομαι, κουνιέμαι, τρέμω, κυματίζω, τρεμοπαίζω
揺籃の地 ようらんのち
ουσιαστικό
- 01 κοιτίδα
揺り木馬 ゆりもくば
ουσιαστικό
- 01 ξύλινο κουνιστό αλογάκι
揺蕩う たゆとう
ρήμα
- 01 λικνίζομαι, παρασύρομαι, κυματίζω, τρεμοπαίζω
- 02 είμαι αναποφάσιστος, αμφιταλαντεύομαι, διστάζω
揺す ゆす
ρήμα
- 01 ταλαντεύω το αριστερό χέρι (για την παραγωγή βιμπράτο στο κότο, κ.λπ.)