89 αποτελέσματα για «散»

散髪 さんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κούρεμα
  2. 02 ατημέλητα μαλλιά, αχτένιστα μαλλιά
散在 さんざい

ρήμα

  1. 01 είμαι διασκορπισμένος, είμαι διάσπαρτος, βρίσκομαι εδώ κι εκεί
散逸 さんいつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασκορπισμός και τελική απώλεια
  2. 02 διάχυση, διασπορά
散会 さんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήξη συνεδρίασης, διακοπή συνάντησης
散華 さんげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τελετουργικό ράντισμα λουλουδιών
  2. 02 ένδοξος θάνατος (στη μάχη), ηρωικός θάνατος
散文 さんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πεζός λόγος
散歩道 さんぽみち

ουσιαστικό

  1. 01 περίπατος, διαδρομή για περπάτημα, μονοπάτι, δρομάκι, παραλιακή λεωφόρος, εμπορικός πεζόδρομος, παρέλαση
散らし ちらし

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημιστικό φυλλάδιο, έντυπο, φέιγ βολάν
  2. 02 διασπορά, σκορπισμός
  3. 03 τσιράσι σούσι (ρύζι σούσι σε μπολ με ποικιλία υλικών πασπαλισμένα από πάνω)
  4. 04 ανομοιόμορφη γραφή, κακογραφία
散り始める ちりはじめる

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να πέφτω (π.χ. φύλλα, πέταλα κ.λπ.)
散じる さんじる

ρήμα

  1. 01 διασκορπίζω, διαχέω
  2. 02 ξοδεύω σε κάτι, κατασπαταλώ (π.χ. την περιουσία κάποιου)
  3. 03 διώχνω (π.χ. τις ανησυχίες κάποιου), καταπραΰνω (πόνο)
散文的 さんぶんてき

επίθετο

  1. 01 πεζός, κοινότοπος, καθημερινός
散髪屋 さんぱつや

ουσιαστικό

  1. 01 κουρέας, κουρείο
散水 さんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ράντισμα με νερό, κατάβρεγμα
散兵 さんぺい

ουσιαστικό

  1. 01 ακροβολιστής
散歩日和 さんぽびより

ουσιαστικό

  1. 01 ιδανικός καιρός για περίπατο
散り敷く ちりしく

ρήμα

  1. 01 είμαι σκορπισμένος, είμαι διάσπαρτος
散ずる さんずる

ρήμα

  1. 01 διασκορπίζω, διαχέω
  2. 02 ξοδεύω σε, σπαταλώ (π.χ. την περιουσία κάποιου)
  3. 03 διώχνω μακριά (π.χ. τις ανησυχίες κάποιου), καταπραΰνω (πόνο)
散薬 さんやく

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακευτική σκόνη
散骨 さんこつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασκόρπιση στάχτης (αποτεφρωμένων λειψάνων)
散大 さんだい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μυδρίαση (της κόρης του οφθαλμού)