144 αποτελέσματα για «来»
来場 らいじょう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσία (σε εκδήλωση ή χώρο)
来歴 らいれき
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό, σταδιοδρομία
来襲 らいしゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίθεση, επιδρομή, εισβολή, έφοδος
来場者 らいじょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης, παρευρισκόμενος, θεατής, καλεσμένος, κοινό
来期 らいき
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 επόμενη περίοδος, επόμενο εξάμηνο
来春 らいしゅん
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ερχόμενη άνοιξη
来航 らいこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άφιξη πλοίων (από το εξωτερικό), άφιξη διά θαλάσσης
来意 らいい
ουσιαστικό
- 01 σκοπός μιας επίσκεψης
来館 らいかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσέλευση σε πρεσβεία, θέατρο, βιβλιοθήκη κ.λπ.
来院 らいいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη σε νοσοκομείο, ναό, σχολείο κ.λπ.
来援 らいえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βοήθεια, υποστήριξη
来賓席 らいひんせき
ουσιαστικό
- 01 θέσεις επισήμων, θέσεις προσκεκλημένων
来臨 らいりん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσία, επίσκεψη, έλευση, άφιξη
来合わせる きあわせる
ρήμα
- 01 τυχαίνει να έρχομαι συμπτωματικά στον ίδιο χώρο
来島 らいとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άφιξη σε νησί, έλευση σε νησί
来月末 らいげつまつ
ουσιαστικό
- 01 τέλος του επόμενου μήνα
来朝 らいちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άφιξη στην Ιαπωνία, επίσκεψη στην Ιαπωνία
- 02 άφιξη στην αυτοκρατορική αυλή (απεσταλμένου, πρέσβη κ.λπ.)
来客者 らいきゃくしゃ
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης, φιλοξενούμενος
来る者拒まず くるものこばまず
άλλο
- 01 δεν αρνούμαι κανέναν που έρχεται σε μένα
来し方 きしかた
ουσιαστικό
- 01 παρελθόν