100 αποτελέσματα για «比»

比翼 ひよく

ουσιαστικό

  1. 01 πετώντας με τα φτερά παραπλεύρως (για παράδειγμα, πουλιά εν πτήσει)
  2. 02 μονό ένδυμα κατασκευασμένο έτσι ώστε να φαίνεται διπλό
比類のない ひるいのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ασύγκριτος, απαράμιλλος, αταίριαστος, ασυναγώνιστος, ανεπανάληπτος, μοναδικός, πρωτοφανής
比島 ひとう

ουσιαστικό

  1. 01 Φιλιππίνες
比例代表 ひれいだいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 απλή αναλογική
比較対照 ひかくたいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγκριση και αντιπαραβολή
比丘 びく

ουσιαστικό

  1. 01 μπίκου (πλήρως χειροτονημένος βουδιστής μοναχός)
比翼の鳥 ひよくのとり

ουσιαστικό

  1. 01 ευτυχισμένο αντρόγυνο
比類ない ひるいない

επίθετο

  1. 01 ασύγκριτος, μοναδικός, απαράμιλλος, αναμφισβήτητος
比翼連理 ひよくれんり

ουσιαστικό

  1. 01 γαμήλιοι όρκοι
比興 ひきょう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ρητή και έμμεση παρομοίωση (είδη λογοτεχνικών σχημάτων που χρησιμοποιούνται στο Κλασικό Βιβλίο της Ποίησης)
  2. 02 ενδιαφέρων, παράξενος
  3. 03 παράλογος, δυσμενής
  4. 04 ταπεινός, ασήμαντος
  5. 05 δειλός, δόλιος
比較級 ひかくきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτικός, συγκριτικός βαθμός
比熱 ひねつ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική θερμότητα
比較解剖学 ひかくかいぼうがく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτική ανατομία
比定 ひてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόθεση (διαμορφωμένη μέσω σύγκρισης με άλλα παρόμοια αντικείμενα), ταυτοποίηση
比較可能 ひかくかのう

επίθετο

  1. 01 συγκρίσιμος
比例代表制 ひれいだいひょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογική εκπροσώπηση
比翼塚 ひよくづか

ουσιαστικό

  1. 01 διπλός τάφος εραστών που πέθαναν μαζί
比倫 ひりん

ουσιαστικό

  1. 01 ισότιμος, ισάξιος, ομότιμος
比を見ない ひをみない

άλλο, επίθετο

  1. 01 μοναδικός, ανεπανάληπτος, ασύγκριτος, χωρίς αντίστοιχο
比較演算子 ひかくえんざんし

ουσιαστικό

  1. 01 τελεστής σύγκρισης, σχέση