67 αποτελέσματα για «汚»

汚い手を使う きたないてをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ αθέμιτα μέσα, καταφεύγω σε βρώμικα κόλπα, παίζω ανέντιμα
汚し よごし

ουσιαστικό

  1. 01 ρύπανση, μόλυνση, λερώματα
  2. 02 ντροπή, ατίμωση, καταισχύνη
  3. 03 ψιλοκομμένο ψάρι, οστρακοειδή ή λαχανικά, αναμεμειγμένα με σάλτσα (συνήθως μίσο ή άλλη)
汚れる けがれる

ρήμα

  1. 01 μολύνομαι, διαφθείρομαι, ρυπαίνομαι, λεκιάζομαι
汚穢 おわい

ουσιαστικό

  1. 01 κοπριά, περιττώματα
  2. 02 ακαθαρσίες, ρύπος, βρωμιά
汚染物質 おせんぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυπαντής, μολυσματική ουσία
汚れ物 よごれもの

ουσιαστικό

  1. 01 άπλυτα (πιάτα, ρούχα, κ.λπ.)
汚れを知らない けがれをしらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αθώος (π.χ. παιδί), αγνός (π.χ. καρδιά)
汚部屋 おべや

ουσιαστικό

  1. 01 ακατάστατο δωμάτιο, βρώμικο δωμάτιο, μη καθαρό δωμάτιο
汚染水 おせんすい

ουσιαστικό

  1. 01 μολυσμένο νερό, ρυπασμένο νερό, ακάθαρτο νερό
汚れ けがれ

ουσιαστικό

  1. 01 ακαθαρσία, μολυσμός
  2. 02 ντροπή, ατίμωση, κηλίδα, διαφθορά, ηθική κατάπτωση
  3. 03 ακαθαρσία λόγω επαφής με θάνατο, εγκυμοσύνη, έμμηνο ρύση κ.λπ.
汚名をそそぐ おめいをそそぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκαθιστώ την υπόληψή μου
汚臭 おしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δυσοσμία, άσχημη μυρωδιά
汚いやり方 きたないやりかた

ουσιαστικό

  1. 01 αθέμιτο τέχνασμα
汚損 おそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λεκιασμός, φθορά, ρύπανση, παραμόρφωση, ζημιά
汚職警官 おしょくけいかん

ουσιαστικό

  1. 01 διεφθαρμένος αστυνομικός
汚れた金 よごれたかね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μαύρο χρήμα, παράνομο χρήμα
汚れ落とし よごれおとし

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση λεκέδων, απομάκρυνση ρύπων
汚職政治家 おしょくせいじか

ουσιαστικό

  1. 01 διεφθαρμένος πολιτικός
汚職疑惑 おしょくぎわく

ουσιαστικό

  1. 01 υποψία διαφθοράς
汚物入れ おぶついれ

ουσιαστικό

  1. 01 κάδος υγιεινής, κάδος απόρριψης σερβιετών (σε μπάνιο), δοχείο συλλογής δειγμάτων κοπράνων (σε νοσοκομείο)