62 αποτελέσματα για «泣»

泣く子も黙る なくこもだまる

άλλο

  1. 01 ικανός να επιβάλει σιωπή ακόμα και σε κλαίγον παιδί
泣き落とし なきおとし

ουσιαστικό

  1. 01 πειθώ με δάκρυα, χρήση δακρύων για την επίτευξη σκοπού, δραματική εξιστόρηση
泣いても笑っても ないてもわらっても

άλλο

  1. 01 είτε σου αρέσει είτε όχι, ό,τι και να κάνει κανείς, εν πάση περιπτώσει, σε κάθε περίπτωση, είτε γελάς είτε κλαις
泣き伏す なきふす

ρήμα

  1. 01 ξεσπώ σε λυγμούς
泣き濡れる なきぬれる

ρήμα

  1. 01 είμαι καταβρεγμένος από δάκρυα, έχω το πρόσωπό μου γεμάτο δάκρυα
泣き付く なきつく

ρήμα

  1. 01 κλαίω και παρακαλώ κάποιον για βοήθεια, καταφεύγω σε κάποιον ζητώντας το έλεός του, εκλιπαρώ κλαίγοντας
泣きを見る なきをみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βιώνω δυσκολίες, υποφέρω από μια κακή εμπειρία, περιέρχομαι σε δύσκολη θέση
泣き上戸 なきじょうご

ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένος που κλαίει, άτομο που έχει την τάση να κλαίει όταν μεθάει
泣き暮らす なきくらす

ρήμα

  1. 01 περνώ τις μέρες μου κλαίγοντας, κλαίω μέρα νύχτα, ζω μέσα στη θλίψη
泣き所 なきどころ

ουσιαστικό

  1. 01 αδύνατο σημείο, ευάλωτο σημείο, αχίλλειος πτέρνα
泣きを入れる なきをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ζητώ ελεημοσύνη κλαίγοντας, ζητώ συγγνώμη με δάκρυα
泣き女 なきおんな

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας μοιρολογίστρα
泣き落とす なきおとす

ρήμα

  1. 01 πείθω με δάκρυα, χρησιμοποιώ τα δάκρυα για να πετύχω αυτό που θέλω
泣き入る なきいる

ρήμα

  1. 01 ξεσπώ σε κλάματα, λυγίζω, κλαίω
泣き黒子 なきぼくろ

ουσιαστικό

  1. 01 ελιά κάτω από το μάτι (που θεωρείται ότι εμφανίζεται επειδή κάποιος έχει κλάψει)
泣くに泣けない なくになけない

άλλο, επίθετο

  1. 01 εξαιρετικά απογοητευτικός, εξαιρετικά εκνευριστικός, ταπεινωτικός, βασανιστικός
泣き明かす なきあかす

ρήμα

  1. 01 κλαίω όλη τη νύχτα, περνώ τη νύχτα κλαίγοντας
泣きまね なきまね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκριτικά δάκρυα, κροκοδείλια δάκρυα
泣き別れ なきわかれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχωρισμός με δάκρυα, συγκινητικό αντίο, αποτυχία, αναγκαστική αλλαγή πορείας, χωρισμός δρόμων
泣き通す なきとおす

ρήμα

  1. 01 κλαίω ασταμάτητα