80 αποτελέσματα για «溶»

溶解性 ようかいせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυτότητα
溶接工 ようせつこう

ουσιαστικό

  1. 01 συγκολλητής
溶解度 ようかいど

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυτότητα
溶接機 ようせつき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή συγκόλλησης, ηλεκτροσυγκόλληση
溶け込み とけこみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενσωμάτωση (π.χ. κοινωνική), ανάμειξη, διείσδυση
溶きほぐす ときほぐす

ρήμα

  1. 01 χτυπώ (αυγά)
溶接部分 ようせつぶぶん

ουσιαστικό

  1. 01 συγκολλημένο μέρος
溶出 ようしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρευστοποίηση, έκλουση
溶解力 ようかいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυτότητα, διαλυτική ικανότητα
溶岩ドーム ようがんドーム

ουσιαστικό

  1. 01 ηφαιστειακός θόλος
溶岩トンネル ようがんトンネル

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγειος αγωγός λάβας, σήραγγα λάβας
溶解炉 ようかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 φούρνος τήξης
溶接部 ようせつぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κόλληση, ζώνη συγκόλλησης, συγκολλημένο τμήμα
溶損 ようそん

ουσιαστικό

  1. 01 διάβρωση, απώλεια λόγω διάλυσης
溶岩台地 ようがんだいち

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο λάβας, λάβα-οροπέδιο
溶血性貧血 ようけつせいひんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιμολυτική αναιμία
溶菌 ようきん

ουσιαστικό

  1. 01 βακτηριολαίση (διάλυση βακτηρίων)
溶滓 ようさい

ουσιαστικό

  1. 01 σκουριά, λιωμένο μέταλλο
溶着 ようちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκόλληση (θερμοπλαστικών ή μη σιδηρούχων μετάλλων)
溶岩円頂丘 ようがんえんちょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 θολωτός δόμος λάβας