318 αποτελέσματα για «発»
発作 ほっさ N1
ουσιαστικό
- 01 κρίση, προσβολή, σπασμός, ίκτος, παροξυσμός, επιληπτική κρίση, εγκεφαλικό επεισόδιο
発つ たつ
ρήμα
- 01 αναχωρώ (για ταξίδι, εκδρομή κ.λπ.), φεύγω, ξεκινώ, εκκινώ
発砲 はっぽう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πυροβολισμός, εκπυρσοκρότηση
発散 はっさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκπομπή, αποβολή, ακτινοβολία, διάχυση, διασπορά
- 02 εκτόνωση (συναισθημάτων), εκδήλωση
- 03 απόκλιση (του φωτός)
- 04 απόκλιση
発光 はっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκπομπή φωτός, ακτινοβολία φωτός, φωτοβολία
発端 ほったん
ουσιαστικό
- 01 αφετηρία, γένεση, άνοιγμα, έναρξη, αρχή
発掘 はっくつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανασκαφή, εκταφή, ανακάλυψη αντικειμένου, ξεθάψιμο
- 02 ανακάλυψη (νέου στοιχείου, ταλέντου κ.λπ.), εύρεση, εντοπισμός
発現 はつげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκάλυψη, εκδήλωση, εμφάνιση
- 02 έκφραση (π.χ. στη μοριακή βιολογία, έκφραση πρωτεΐνης ή γονιδιακή έκφραση)
発注 はっちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραγγελία (υλικών), υποβολή παραγγελίας, παραγγελία
発症 はっしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκδήλωση ασθένειας, έναρξη πάθησης, εμφάνιση συμπτωμάτων
発狂 はっきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραφροσύνη, τρέλα
発情 はつじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σεξουαλική διέγερση, οίστρος, περίοδος ζευγαρώματος
発熱 はつねつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραγωγή θερμότητας
- 02 πυρετός
発案 はつあん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισήγηση, πρόταση, ιδέα
- 02 κατάθεση (νομοσχεδίου), πρόταση, κίνηση
発車 はっしゃ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναχώρηση (τρένου, αυτοκινήτου, κ.λπ.), εκκίνηση, αποχώρηση
発足 ほっそく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έναρξη, εγκαθίδρυση, λανσάρισμα, ίδρυση, σύσταση, εκκίνηση
発見者 はっけんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ανακαλύπτης
発火 はっか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάφλεξη, καύση, εκδήλωση πυρκαγιάς
- 02 πυροδότηση άσφαιρου φυσιγγίου, εκπυρσοκρότηση όπλου χωρίς σφαίρες
- 03 πυροδότηση (ενός γεγονότος), ενεργοποίηση
発令 はつれい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσημη ανακοίνωση, διακήρυξη, έκδοση (διαταγής, διατάγματος ή προειδοποίησης)
発露 はつろ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμφάνιση, έκφραση, εκδήλωση