33 αποτελέσματα για «眉»
眉山 まゆやま
ουσιαστικό
- 01 κορυφή του τόξου του φρυδιού
眉月 まゆづき
ουσιαστικό
- 01 μηνοειδής σελήνη, μισοφέγγαρο
眉に唾を塗る まゆにつばをぬる
άλλο, ρήμα
- 01 φυλάγομαι, παραμένω σε επαγρύπνηση, είμαι καχύποπτος
眉ペンシル まゆペンシル
ουσιαστικό
- 01 μολύβι φρυδιών
眉白 まみじろ
ουσιαστικό
- 01 σιβηρικός κοκκινολαίμης (Turdus sibiricus)
眉雪 びせつ
ουσιαστικό
- 01 χιονόλευκα φρύδια
眉白水鶏 まみじろくいな
ουσιαστικό
- 01 μαμιτζίρο-κουίνα (είδος νεροπούλι της οικογένειας των Ραλλιδών, Porzana cinerea)
眉斑 びはん
ουσιαστικό
- 01 υπερόφρυη γραμμή, υπερόφρυο
眉毛を読まれる まゆげをよまれる
άλλο, ρήμα
- 01 προδίδω τον εσωτερικό μου κόσμο από τις εκφράσεις του προσώπου μου, γίνομαι διαφανής
眉茶じない まみちゃじない
ουσιαστικό
- 01 ασπροφρυδάτη τσίχλα (Turdus obscurus), σταχτοκέφαλη τσίχλα
眉カット まゆカット
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιποίηση φρυδιών, κούρεμα φρυδιών
眉一つ動かさない まゆひとつうごかさない
άλλο, επίθετο
- 01 ατάραχος, ανέκφραστος, ατρόμητος, εντελώς ψύχραιμος
眉
- 01 φρύδι