119 αποτελέσματα για «破»
破談 はだん
ουσιαστικό
- 01 διάλυση (αρραβώνα, διαπραγματεύσεων κ.λπ.), ακύρωση
破門 はもん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποβολή (μαθητή)
- 02 αφορισμός, ανάθεμα
破天荒 はてんこう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πρωτάκουστος, πρωτοφανής
- 02 τολμηρός, ανυπότακτος, ανεξέλεγκτος, αντισυμβατικός, ριψοκίνδυνος
破瓜 はか
ουσιαστικό
- 01 ηλικία δεκαέξι ετών για κορίτσι, εφηβεία
- 02 ηλικία εξήντα τεσσάρων ετών για άνδρα
- 03 ρήξη παρθενικού υμένα, αποπαρθένευση
破壊的 はかいてき
επίθετο
- 01 καταστροφικός, ολέθριος
破壊者 はかいしゃ
ουσιαστικό
- 01 καταστροφέας
破れかぶれ やぶれかぶれ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απελπισία, παραίτηση από τον εαυτό
破壊工作 はかいこうさく
ουσιαστικό
- 01 σαμποτάζ, δολιοφθορά
破れ やぶれ
ουσιαστικό
- 01 σχίσιμο, σκίσιμο, παραβίαση, ρήγμα, τρύπα, ράγισμα, κατάρρευση, κατάπτωση
- 02 αλλοίωση, φύρα, άχρηστο χαρτί
破邪 はじゃ
ουσιαστικό
- 01 συντριβή του κακού, καταστροφή της αίρεσης
破竹の勢い はちくのいきおい
άλλο
- 01 με μεγάλη ορμή (καθώς το μπαμπού σκίζεται από πάνω μέχρι κάτω), ακαταμάχητη δύναμη
破城槌 はじょうつい
ουσιαστικό
- 01 κριός (πολεμική μηχανή πολιορκίας)
破落戸 ごろつき
ουσιαστικό
- 01 αλήτης, νταής, τραμπούκος, μικροκακοποιός, εκβιαστής
破れ目 やぶれめ
ουσιαστικό
- 01 σχισμή, σκίσιμο, ράγισμα
破魔 はま
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξορκισμός
破断 はだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρήξη, θραύση, κάταγμα
破り取る やぶりとる
ρήμα
- 01 ξεσκίζω και αφαιρώ, αποσπώ σχίζοντας
破顔一笑 はがんいっしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χαμογελώ πλατιά
破戒 はかい
ουσιαστικό
- 01 παραβίαση θρησκευτικής εντολής (συνήθως βουδιστικής), παράπτωμα έναντι των βουδιστικών εντολών (παράπτωμα)
破水 はすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρήξη θυλακίου, σπάσιμο των νερών (κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης)