196 αποτελέσματα για «結»
結果を出す けっかをだす
άλλο, ρήμα
- 01 φέρνω αποτελέσματα, είμαι επιτυχημένος (σε ένα εγχείρημα, κ.λπ.)
結び むすび N1
ουσιαστικό
- 01 τέλος, κατάληξη
- 02 ένωση, σύνδεση
- 03 κόμπος, δέσιμο
- 04 ονιγκίρι, μπάλα ρυζιού
結論づける けつろんづける
ρήμα
- 01 συλλογίζομαι, συνοψίζω, καταλήγω σε συμπέρασμα
結託 けったく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνωμοσία, συμπαιγνία
結集 けっしゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκέντρωση (προσπαθειών, δυνάμεων, κ.λπ.), συνάθροιση, στοίχιση, παράταξη, επιστράτευση
結果オーライ けっかオーライ
άλλο
- 01 τέλος καλό, όλα καλά
結婚生活 けっこんせいかつ
ουσιαστικό
- 01 έγγαμος βίος, έγγαμη ζωή
結び目 むすびめ
ουσιαστικό
- 01 κόμπος
結い上げる ゆいあげる
ρήμα
- 01 πιάνω τα μαλλιά μου πάνω, χτενίζω τα μαλλιά μου σε κότσο
結びつき むすびつき
ουσιαστικό
- 01 σύνδεση, σχέση
結社 けっしゃ
ουσιαστικό
- 01 ένωση, εταιρεία
結構大変 けっこうたいへん
άλλο
- 01 αρκετά δύσκολο, όχι και τόσο εύκολο, αρκετά απαιτητικό
結論から言うと けつろんからいうと
άλλο
- 01 μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα, για να το πω με συντομία, τελικά
結晶化 けっしょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρυστάλλωση
結果論 けっかろん
ουσιαστικό
- 01 άποψη που βασίζεται σε εκ των υστέρων ανάλυση (κεκκαρόν)
結婚指輪 けっこんゆびわ
ουσιαστικό
- 01 βέρα, βέρο
結わえる ゆわえる
ρήμα
- 01 δένω, στερεώνω, προσδένω
結実 けつじつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καρποφορία, τελεσφόρηση
- 02 καρποφορία (προσπαθειών, σχεδίων κ.λπ.), ευόδωση, επιτυχία, απόδοση, υλοποίηση, καρπός (π.χ. σκληρής δουλειάς), αποτέλεσμα
結果発表 けっかはっぴょう
ουσιαστικό
- 01 δημοσίευση αποτελεσμάτων, ανακοίνωση αποτελεσμάτων
結核 けっかく N1
ουσιαστικό
- 01 φυματίωση
- 02 εξόγκωμα, σύμπηξη