91 αποτελέσματα για «群»

群雄 ぐんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίπαλοι πολέμαρχοι
群れ集う むれつどう

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνομαι σε πλήθος
群集心理 ぐんしゅうしんり

ουσιαστικό

  1. 01 μαζική ψυχολογία, ψυχολογία του όχλου, ψυχολογία του πλήθους
  2. 02 αγελαία νοοτροπία, συλλογική συνείδηση
群落 ぐんらく

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλοί οικισμοί, συστάδα φυτών
群舞 ぐんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομαδικός χορός
群れ集まる むれあつまる

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνομαι σε μεγάλες ομάδες
群像劇 ぐんぞうげき

ουσιαστικό

  1. 01 έργο (ταινία, θεατρικό, μυθιστόρημα, κ.λπ.) με παράλληλες ιστορίες που εστιάζουν σε διαφορετικούς χαρακτήρες, ιστορία με πολλαπλούς πρωταγωνιστές, ιστορία με πολλαπλά αφηγηματικά πρίσματα
群小 ぐんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντος, δευτερεύων, μικρός
むら

ουσιαστικό

  1. 01 συνάθροιση, ομάδα
群盗 ぐんとう

ουσιαστικό

  1. 01 συμμορία ληστών, ομάδα ληστών
群がり むらがり

ουσιαστικό

  1. 01 συνωστισμός, ομαδοποίηση, σμήνος, πλήθος, ομάδα, σμάρι
群山 ぐんざん

ουσιαστικό

  1. 01 ορειοσειρά, σύμπλεγμα βουνών, ορεινή περιοχή
群書類従 ぐんしょるいじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Γκούνσο Ρουιτζού (συλλογή ιαπωνικών κλασικών κειμένων ταξινομημένων ανά είδος, αρχική έκδοση 1819, συμπληρωματική έκδοση 1911)
群発 ぐんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναλαμβανόμενη εμφάνιση, κατά συρροή παρουσία
群れ立つ むれだつ

ρήμα

  1. 01 στέκομαι ολόγυρα σε ομάδες (για παράδειγμα μπαμπού, πεύκα, αγριοκάλαμα)
群居 ぐんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινωνικότητα, ομαδική διαβίωση
群行 ぐんこう

ουσιαστικό

  1. 01 διεξαγωγή σε μεγάλη ομάδα
群論 ぐんろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία ομάδων
群に分ける ぐんにわける

άλλο, ρήμα

  1. 01 χωρίζω σε ομάδες
群峰 ぐんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 οροσειρά, σύμπλεγμα κορυφών βουνού