115 αποτελέσματα για «苦»

苦し紛れ くるしまぎれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απελπισία, έσχατη λύση, παραζάλη πόνου
苦虫 にがむし

ουσιαστικό

  1. 01 πικρό έντομο
苦味 にがみ

ουσιαστικό

  1. 01 πικράδα, πικρή γεύση
苦味 くみ

ουσιαστικό

  1. 01 πικράδα, πικρή γεύση
苦行 くぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάνοια, ασκήσεις αυστηρότητας, νάρκωση της σάρκας, ασκητισμός
  2. 02 δύσκολη εργασία, επίπονη εργασία
苦手意識 にがていしき

ουσιαστικό

  1. 01 συναίσθηση αδυναμίας σε κάτι, αίσθημα κατωτερότητας
苦もなく くもなく

επίρρημα

  1. 01 εύκολα, χωρίς προσπάθεια
苦言を呈する くげんをていする

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω ειλικρινή συμβουλή, δίνω σκληρή αλλά ειλικρινή συμβουλή, επιπλήττω
苦虫を噛み潰したよう にがむしをかみつぶしたよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 στυφός, όξινος (για έκφραση προσώπου), σαν να έχει μασήσει κανείς πικρό έντομο
苦になる くになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενοχλούμαι (από κάτι), υποφέρω
苦言 くげん

ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρινής συμβουλή, σταράτη συμβουλή, ειλικρινής γνώμη, προτροπή, σκληρή αλλά δίκαιη συμβουλή
苦肉の策 くにくのさく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έσχατη λύση, απελπισμένο μέτρο που λαμβάνεται υπό την πίεση της ανάγκης
苦にする くにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανησυχώ
苦労人 くろうにん

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με πολλές εμπειρίες στη ζωή, πολυταξιδεμένος άνθρωπος, κάποιος που έχει περάσει πολλά και έχει δει τα πάντα
苦慮 くりょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βασανίζω το μυαλό μου, ανησυχώ, αγωνιώ
苦しい言い訳 くるしいいいわけ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ασθενική δικαιολογία, φτωχή δικαιολογία
苦闘 くとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκληρή μάχη, δύσκολος αγώνας
苦鳴 くめい

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγές πόνου
苦楽を共にする くらくをともにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 μοιράζομαι τις χαρές και τις λύπες (της ζωής), μοιράζομαι τα καλά και τα κακά, συμπορεύομαι στα εύκολα και στα δύσκολα
苦しゅうない くるしゅうない

επίθετο

  1. 01 κανένα πρόβλημα, καμία αντίρρηση, δεν πειράζει