167 αποτελέσματα για «落»

落とし おとし

ουσιαστικό

  1. 01 ρίξιμο, απώλεια
  2. 02 χαμένο αντικείμενο, κάτι που κάποιος ξέχασε να γράψει
  3. 03 καθάρισμα, απομάκρυνση, απαλλαγή
  4. 04 παγίδα
  5. 05 ξύλινη προεξοχή από ιαπωνικό πλαίσιο πόρτας που εφαρμόζει σε τρύπα στο κατώφλι, λειτουργώντας ως κλειδαριά όταν κλείνει
  6. 06 κατάληξη, συμπέρασμα (λόγου κ.λπ.)
  7. 07 μεταλλικό μπολ που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί το κάρβουνο σε ξύλινο χιμπάτσι
落第 らくだい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτυχία σε εξετάσεις, μη προαγωγή στην επόμενη τάξη
  2. 02 μη επίτευξη του απαιτούμενου επιπέδου, μη ικανοποιητική απόδοση
落馬 らくば

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση από άλογο
落語 らくご

ουσιαστικό

  1. 01 ρακούγκο, παραδοσιακή ιαπωνική κωμική αφήγηση, κωμική ιστορία (που διηγείται επαγγελματίας αφηγητής)
落とし前 おとしまえ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθέτηση (διαφοράς), αποκατάσταση, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για τη διευθέτηση μιας διαφοράς
落札 らくさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχής προσφορά, κατακύρωση διαγωνισμού
落とし込む おとしこむ

ρήμα

  1. 01 καταγράφω σε σημειώσεις (πρακτικά συνεδριάσεων κ.λπ.)
  2. 02 εφαρμόζω (έννοιες, ιδέες κ.λπ. σε συγκεκριμένες διαδικασίες ή μεθόδους)
  3. 03 ρίχνω μέσα σε κάτι (π.χ. σε μια τσάντα)
  4. 04 παρασύρω, δελεάζω, πλανώ, εξαπατώ
落っことす おっことす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω, χάνω, αφήνω να πέσει
落としどころ おとしどころ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συμβιβασμού, κοινό έδαφος
落選 らくせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτυχία εκλογής, εκλογική ήττα, χάσιμο εκλογών
  2. 02 απόρριψη (από βραβείο, έκθεση κ.λπ.), μη έγκριση, αποτυχία βράβευσης
落着 らくちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διευθέτηση, κατάληξη σε συμπέρασμα
落城 らくじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση κάστρου, παράδοση κάστρου
  2. 02 εγκατάλειψη προσπάθειας, υποχώρηση (σε πειθώ), ενδοτικότητα
落ち目 おちめ

ουσιαστικό

  1. 01 σε παρακμή, σε φθίνουσα πορεία (π.χ. δημοτικότητα κάποιου πράγματος), πτώση της τύχης κάποιου
落ち延びる おちのびる

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω, δραπετεύω με ασφάλεια
落ち込み おちこみ

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση, κάμψη, μείωση, υποχώρηση
  2. 02 κατάθλιψη, μελαγχολία, πεσμένη διάθεση
落し物 おとしもの N2

ουσιαστικό

  1. 01 απολεσθέν αντικείμενο, πράγμα που έπεσε και ξεχάστηκε
  2. 02 το να χάνω κάτι (χωρίς να το καταλαβαίνω), απώλεια αντικειμένου
落石 らくせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση βράχων, πεσμένοι βράχοι
落ち窪む おちくぼむ

ρήμα

  1. 01 βουλιάζω, υποχωρώ
  2. 02 υποχωρώ προς τα μέσα
落ちこぼれる おちこぼれる

ρήμα

  1. 01 μένω πίσω, εγκαταλείπω (τις σπουδές)
  2. 02 πέφτω, πέφτω κάτω, χύνομαι, σκορπίζομαι
落日 らくじつ

ουσιαστικό

  1. 01 δύων ήλιος