69 αποτελέσματα για «虫»

虫干し むしぼし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μουσιμπόσι (άπλωμα ρούχων, περγαμηνών κ.λπ. στον αέρα για την αποφυγή φθορών από έντομα και μούχλα)
虫類 ちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 σκουλήκια και έντομα
虫が好かない むしがすかない

άλλο

  1. 01 νιώθω αντιπάθεια, δεν συμπαθώ κάποιον χωρίς προφανή λόγο
虫も殺さぬ むしもころさぬ

άλλο

  1. 01 αθώος στην όψη, που δείχνει πως δεν θα πείραζε ούτε μυρμήγκι
虫が知らせる むしがしらせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαισθάνομαι κάτι κακό, προαισθάνομαι
虫が付く むしがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσβάλλομαι από έντομα, αποκτώ κακές παρέες, έχω (ανεπιθύμητο) εραστή
虫垂 ちゅうすい

ουσιαστικό

  1. 01 σκωληκοειδής απόφυση
虫害 ちゅうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ζημιά από έντομα
虫酸 むしず

ουσιαστικό

  1. 01 γαστρικά οξέα που ανεβαίνουν στο στόμα λόγω γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
虫下し むしくだし

ουσιαστικό

  1. 01 ανθελμινθικό φάρμακο, φάρμακο για την αποβολή των εντερικών παρασίτων
虫ピン むしピン

ουσιαστικό

  1. 01 καρφίτσα εντομολογίας (για τη στερέωση εντόμων σε συλλογές), καρφίτσα τοποθέτησης
虫が騒ぐ むしがさわぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 καίγομαι να κάνω κάτι
虫送り むしおくり

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργική πομπή με δάδες για την απομάκρυνση των εντόμων που καταστρέφουν τις σοδειές
虫網 むしあみ

ουσιαστικό

  1. 01 απόχη εντόμων
虫偏 むしへん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό «έντομο» στα αριστερά ενός κάντζι
虫気 むしけ

ουσιαστικό

  1. 01 νευρική εξασθένιση
虫卵 ちゅうらん

ουσιαστικό

  1. 01 αυγό εντόμου
  2. 02 αυγό παρασίτου
虫魚 ちゅうぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 έντομα και ψάρια
虫部 きぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του εντόμου, ριζικό του σκουληκιού
虫こぶ むしこぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κηκίδα, φυτικό εξόγκωμα