305 αποτελέσματα για «行»
行ってらっしゃい いってらっしゃい N2
επιφώνημα
- 01 καλό δρόμο, πρόσεχε, τα λέμε
行き届く いきとどく
ρήμα
- 01 είμαι σχολαστικός, είμαι προσεκτικός, είμαι συνετός, είμαι πλήρης, είμαι εξονυχιστικός
行き場 ゆきば
ουσιαστικό
- 01 προορισμός, μέρος για να πάει κανείς
行儀 ぎょうぎ N3
ουσιαστικό
- 01 τρόποι, συμπεριφορά
行く末 ゆくすえ
ουσιαστικό
- 01 μέλλον, πεπρωμένο, προοπτικές
- 02 πορεία, δρόμος
行き止まり いきどまり
ουσιαστικό
- 01 αδιέξοδο, τυφλό δρομάκι, απαγορεύεται η διέλευση (σε πινακίδες)
- 02 τέλος, τέρμα του δρόμου, σημείο τερματισμού, το πιο μακρινό σημείο που μπορεί να φτάσει κανείς
行動力 こうどうりょく
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα για δράση, ικανότητα για ανάληψη πρωτοβουλιών, ενέργεια, δυναμισμός, ορμή
行き過ぎる いきすぎる
ρήμα
- 01 πηγαίνω πολύ μακριά, προσπερνώ
- 02 φτάνω στα άκρα, το παρακάνω
行き渡る いきわたる
ρήμα
- 01 διαχέομαι, εξαπλώνομαι παντού, επικρατώ, διαδίδομαι, φτάνω σε όλους
行く先 ゆくさき
ουσιαστικό
- 01 προορισμός
- 02 τοποθεσία, πού βρίσκεται κάποιος
- 03 μέλλον, προοπτικές
行ったり来たり いったりきたり
άλλο, ρήμα
- 01 πηγαινοέρχομαι, μπρος πίσω
行動をとる こうどうをとる
άλλο, ρήμα
- 01 ενεργώ, αναλαμβάνω δράση
行軍 こうぐん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πορεία, παρέλαση
行進 こうしん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πορεία, παρέλαση
行政 ぎょうせい N1
ουσιαστικό
- 01 εκτελεστικός, κυβέρνηση
- 02 διοίκηση, διακυβέρνηση, αρχές, εξουσία
行商人 ぎょうしょうにん
ουσιαστικό
- 01 πλανόδιος πωλητής, μικροπωλητής
行き詰まる いきづまる
ρήμα
- 01 φτάνω σε αδιέξοδο, ακινητοποιούμαι, βρίσκομαι σε τέλμα
行程 こうてい
ουσιαστικό
- 01 ταξίδι, πορεία, απόσταση, διαδρομή, πτήση, οδήγηση, τμήμα (ενός ταξιδιού, μιας σκυταλοδρομίας, κ.λπ.)
- 02 δρομολόγιο, πρόγραμμα ταξιδιού
- 03 διαδρομή (εμβόλου), κίνηση (διακόπτη)
行きつけ いきつけ
ουσιαστικό
- 01 τακτικός, συνήθης, αγαπημένος, προτιμώμενος, συνηθισμένος
行方知れず ゆくえしれず
άλλο
- 01 αγνοούμενος, χαμένος, εξαφανισμένος, άγνωστης διαμονής