35 αποτελέσματα για «診»
診断プログラム しんだんプログラム
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστικό πρόγραμμα
診査 しんさ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαγνωστική εξέταση, διερεύνηση
診療放射線技師 しんりょうほうしゃせんぎし
ουσιαστικό
- 01 ακτινολόγος τεχνολόγος, χειριστής ιατρικών μηχανημάτων ακτινογραφίας
診断薬 しんだんやく
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστικό φάρμακο, διαγνωστικό σκεύασμα
診断検査 しんだんけんさ
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστική εξέταση, διαγνωστική ανάλυση
診療支援 しんりょうしえん
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστική υποστήριξη
診断メッセージ しんだんメッセージ
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστικό μήνυμα
診断ユーティリティ しんだんユーティリティ
ουσιαστικό
- 01 εργαλεία διάγνωσης
診断機能 しんだんきのう
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστική λειτουργία
診断出力 しんだんしゅつりょく
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστική έξοδος
診断士 しんだんし
ουσιαστικό
- 01 σύμβουλος
診せる みせる
ρήμα
- 01 εξετάζω (τραυματισμό, ασθενή κ.λπ.) από γιατρό, πηγαίνω (κάποιον) σε γιατρό
診察時間 しんさつじかん
ουσιαστικό
- 01 ώρες εξέτασης, ώρες λειτουργίας ιατρείου
診断基準 しんだんきじゅん
ουσιαστικό
- 01 διαγνωστικά κριτήρια, διαγνωστικό πρότυπο
診
- 01 ιατρικός έλεγχος
- 02 εξέταση
- 03 διαγνώσκω
- 04 εξετάζω