377 αποτελέσματα για «通»

通学 つうがく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στο σχολείο, διαδρομή για το σχολείο
通知 つうち N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδοποίηση, ανακοίνωση, αναφορά, ανάρτηση
  2. 02 ειδοποίηση (σε smartphone, υπολογιστή κ.λπ.)
通訳 つうやく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διερμηνεία (προφορική μετάφραση)
  2. 02 διερμηνέας
通りすがり とおりすがり

ουσιαστικό

  1. 01 περαστικός, κάποιος που περνάει από κάπου
通じ合う つうじあう

ρήμα

  1. 01 γίνομαι αντιληπτός από τον άλλον (για σκέψεις, συναισθήματα κ.λπ.), κατανοούμαι
  2. 02 ανταλλάσσω με τον άλλον (σκέψεις, συναισθήματα κ.λπ.), εκφράζομαι στον άλλον (π.χ. προθέσεις), επικοινωνώ με τον άλλον
通行 つうこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διέλευση (ανθρώπων ή οχημάτων), πέρασμα, κυκλοφορία
  2. 02 κοινή χρήση, ευρεία χρήση
通学路 つうがくろ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή προς το σχολείο, δρόμος για μαθητές που πηγαίνουν ή επιστρέφουν από το σχολείο (κυρίως με τα πόδια)
通販 つうはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηλεκτρονικές αγορές, ηλεκτρονικό εμπόριο, ταχυδρομική παραγγελία
通貨 つうか N3

ουσιαστικό

  1. 01 νόμισμα
通り道 とおりみち

ουσιαστικό

  1. 01 πέρασμα, διαδρομή, δρόμος, ο δρόμος κάποιου
通勤 つうきん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθημερινή μετακίνηση προς και από την εργασία
通り魔 とおりま

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαίος επιτιθέμενος, μαχαιροβγάλτης
  2. 02 δαίμονας που φέρνει κακοτυχία στα σπίτια ή στους ανθρώπους από τους οποίους περνά
通告 つうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανακοίνωση, ειδοποίηση
通い かよい

ουσιαστικό

  1. 01 πήγαινε-έλα, κυκλοφορία
  2. 02 μετακίνηση, τακτική φοίτηση ή παρουσία
  3. 03 βιβλιάριο καταθέσεων, τραπεζικό βιβλιάριο
通い がよい

επίθημα

  1. 01 τακτική μετάβαση σε..., συχνή επίσκεψη σε..., καθημερινή μετακίνηση προς...
通例 つうれい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 έθιμο, γενικός κανόνας, συμβατική πρακτική
  2. 02 συνήθως, γενικά, κανονικά, ως επί το πλείστον
通ずる つうずる N2

ρήμα

  1. 01 είμαι ανοιχτός (για κυκλοφορία), οδηγώ (σε), συνδέομαι (με), εκτελούμαι (για δρομολόγια), εκτείνομαι (ως), πηγαίνω (σε), φτάνω
  2. 02 ρέω (για υγρό, ρεύμα κ.λπ.), περνάω (μέσα από), διέρχομαι (π.χ. σήμα), συνδέομαι (π.χ. κλήση), λειτουργώ (για τηλεφωνική γραμμή)
  3. 03 μεταφέρομαι (για πρόθεση, νόημα κ.λπ.), γίνομαι κατανοητός (από), αντιλαμβάνομαι, περνάω το μήνυμα (π.χ. μιας ιδέας)
  4. 04 είμαι καλά καταρτισμένος (σε), είμαι έμπειρος (σε), γνωρίζω πολλά (σχετικά με), είμαι εξοικειωμένος (με)
  5. 05 είμαι διαδεδομένος, είμαι κοινώς γνωστός, επικρατώ
  6. 06 έχω αποτέλεσμα, λειτουργώ, είμαι ισότιμος (με)
  7. 07 επικοινωνώ μυστικά (με τον εχθρό), συνωμοτώ (με), προδίδω
  8. 08 έχω ερωτική σχέση (με), έχω παράνομη σχέση, είμαι οικείος (με)
  9. 09 είμαι σχετικός (με), αφορώ
  10. 10 έχω κένωση, ενεργήθηκα
  11. 11 μεταφέρω (πρόθεση, συναίσθημα κ.λπ.), περνάω (κάτι), επικοινωνώ, κάνω (κάποιον) να καταλάβει
  12. 12 δίνω (π.χ. επαγγελματική κάρτα), μοιράζω (κάρτα με όνομα)
  13. 13 ενεργώ μέσω (κάποιου), περνάω (από κάποιον), κάνω χρησιμοποιώντας
  14. 14 καλύπτω όλη την έκταση (του), αφορώ (τα πάντα), εκτείνομαι (σε όλο το μήκος)
通常なら つうじょうなら

άλλο

  1. 01 συνήθως, υπό κανονικές συνθήκες
通帳 つうちょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιάριο καταθέσεων
通し とおし

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής ροή, αδιάκοπη εξέλιξη από την αρχή μέχρι το τέλος
  2. 02 ορεκτικό, μεζές
  3. 03 παράσταση ολόκληρου του έργου