177 αποτελέσματα για «遠»

遠隔操作 えんかくそうさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τηλεχειρισμός, απομακρυσμένος χειρισμός
遠吠え とおぼえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ουρλιαχτό (μακρινό), ολολυγμός
  2. 02 κακολογία, κριτική κάποιου πίσω από την πλάτη του
遠心力 えんしんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 φυγόκεντρος δύναμη
遠のく とおのく

ρήμα

  1. 01 απομακρύνομαι, αποστασιοποιούμαι, εξασθενώ, σβήνω
  2. 02 απομακρύνομαι (από πρόσωπο ή δραστηριότητα), αποστασιοποιούμαι, αραιώνω (π.χ. επισκέψεις), μειώνομαι (π.χ. πελατεία)
遠く及ばない とおくおよばない

άλλο, επίθετο

  1. 01 υπολείπομαι κατά πολύ, είμαι πολύ πίσω, είμαι κατά πολύ κατώτερος, δεν μπορώ να συγκριθώ
遠慮のない えんりょのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ασυγκράτητος, ειλικρινής, χωρίς επιφυλάξεις
遠縁 とおえん

ουσιαστικό

  1. 01 μακρινός συγγενής
遠路 えんろ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύς δρόμος, μεγάλη απόσταση
遠山 えんざん

ουσιαστικό

  1. 01 μακρινό βουνό
遠近 えんきん

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση, προοπτική, μακριά και κοντά, εδώ κι εκεί
遠まわし とおまわし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 περιφραστικός (π.χ. έκφραση), έμμεσος (αναφορά, κριτική, κ.λπ.), πλάγιος
遠見 えんけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρατήρηση από απόσταση, σκοπιά, μακρινή θέα
遠雷 えんらい

ουσιαστικό

  1. 01 μακρινή βροντή
遠乗り とおのり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγάλη διαδρομή με όχημα, μακρινή βόλτα
遠距離恋愛 えんきょりれんあい

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση από απόσταση
遠大 えんだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλεπήβολος, μακρόπνοος, φιλόδοξος
遠征軍 えんせいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εκστρατευτικό σώμα
遠江 とおとうみ

ουσιαστικό

  1. 01 Τοτόμι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στα δυτικά του σημερινού νομού Σιζουόκα)
遠因 えんいん

ουσιαστικό

  1. 01 απώτερη αιτία, βαθύτερη αιτία, έμμεση αιτία
遠景 えんけい

ουσιαστικό

  1. 01 πανοραμική θέα, φόντο, προοπτική, μακρινή θέα