137 αποτελέσματα για «都»
都心部 としんぶ
ουσιαστικό
- 01 αστικό κέντρο, κεντρική περιοχή της πόλης
都市計画 としけいかく
ουσιαστικό
- 01 πολεοδομία, αστικός σχεδιασμός
都会的 とかいてき
επίθετο
- 01 αστικός, μητροπολιτικός
都合をつける つごうをつける
άλλο, ρήμα
- 01 βρίσκω τρόπο, βρίσκω χρόνο, προσπαθώ να διαθέσω χρόνο
都立 とりつ
ουσιαστικό
- 01 μητροπολιτικός, διαχειριζόμενος από την κυβέρνηση της μητρόπολης του Τόκιο
都会人 とかいじん
ουσιαστικό
- 01 κάτοικος πόλης
都市開発 としかいはつ
ουσιαστικό
- 01 αστική ανάπτυξη
都議会 とぎかい
ουσιαστικό
- 01 Μητροπολιτική Συνέλευση του Τόκιο
都下 とか
ουσιαστικό
- 01 στην πρωτεύουσα, στο Τόκιο
- 02 δυτικό Τόκιο, περιοχές του Τόκιο εκτός των 23 ειδικών διαμερισμάτων, ειδικότερα η περιοχή Τάμα
都落ち みやこおち
ουσιαστικό
- 01 εγκατάλειψη (φυγή) της πρωτεύουσας
都電 とでん
ουσιαστικό
- 01 αστικό τραμ, τραμ που λειτουργεί υπό τη διαχείριση της τοπικής αυτοδιοίκησης (ιδίως του Τόκιο)
都合がよろしい つごうがよろしい
άλλο, επίθετο
- 01 βολικός
都督 ととく
ουσιαστικό
- 01 γενικός κυβερνήτης
都市化 としか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αστικοποίηση
都大路 みやこおおじ
ουσιαστικό
- 01 λεωφόρος στην πρωτεύουσα, πολυσύχναστος κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας, κεντρική αρτηρία
都入り みやこいり
ουσιαστικό
- 01 άφιξη στην πρωτεύουσα
都鳥 みやこどり
ουσιαστικό
- 01 ευρωπαϊκή στρειδοφάγος (Haematopus ostralegus)
- 02 καστανοκέφαλος γλάρος (Larus ridibundus)
- 03 Cinnalepeta pulchella (είδος σαλιγκαριού με σπειροειδές κέλυφος)
都会生活 とかいせいかつ
ουσιαστικό
- 01 αστική ζωή, διαβίωση σε πόλη
都人 みやこびと
ουσιαστικό
- 01 κάτοικοι της πρωτεύουσας, αστοί
都営 とえい
ουσιαστικό
- 01 υπό τη διοίκηση της μητροπολιτικής κυβέρνησης