89 αποτελέσματα για «閉»

閉館時間 へいかんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα κλεισίματος (βιβλιοθήκης, μουσείου κ.λπ.)
閉所 へいしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιορισμένος χώρος
  2. 02 κλείσιμο (ενός ιδρύματος, γραφείου, κλινικής κ.λπ.)
閉所恐怖症 へいしょきょうふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστοφοβία
閉架 へいか

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστά ράφια (π.χ. σε μια βιβλιοθήκη), σύστημα κλειστών ραφιών
閉校 へいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο σχολείου (για την ημέρα)
  2. 02 οριστικό κλείσιμο σχολείου, κατάργηση σχολείου
閉山 へいざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήξη της ορειβατικής περιόδου, κλείσιμο βουνού για τους ορειβάτες
  2. 02 κλείσιμο μεταλλείου, διακοπή της εξόρυξης
閉場 へいじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο χώρου
  2. 02 οριστικό κλείσιμο (για παράδειγμα ενός θεάτρου)
閉経 へいけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμμηνόπαυση
閉式 へいしき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήξη τελετής
閉てる たてる

ρήμα

  1. 01 κλείνω
閉扉 へいひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο πύλης ή θύρας
閉店セール へいてんセール

ουσιαστικό

  1. 01 ξεπούλημα λόγω οριστικού κλεισίματος, έκπτωση εκκαθάρισης
閉居 へいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκλεισμός στο σπίτι
閉院 へいいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οριστικό κλείσιμο νοσοκομείου, ιδρύματος, ναού κ.λπ.
  2. 02 κλείσιμο νοσοκομείου, ιδρύματος, ναού κ.λπ. (για την ημέρα)
  3. 03 διακοπή συνεδρίασης της Αυτοκρατορικής Δίαιτας
閉幕となる へいまくとなる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνομαι, τελειώνω
閉包 へいほう

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο, σύνολο σημείων συσσώρευσης
閉創 へいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγκλειση χειρουργικής τομής (με ράμματα κ.λπ.)
閉会の辞 へいかいのじ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τελική ομιλία
閉区間 へいくかん

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό διάστημα
閉集合 へいしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό σύνολο