30 αποτελέσματα για «陳»

陳ねる ひねる

ρήμα

  1. 01 παλαιώνω, παλιώνω, μπαγιατεύω
  2. 02 ωριμάζω πρόωρα, φέρομαι μεγαλύτερος από την ηλικία μου
  3. 03 στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι, καταντώ διεστραμμένος
陳朝 ちんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Δυναστεία Τσιν (του Βιετνάμ, 1225-1400)
陳情合戦 ちんじょうかっせん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστική άσκηση πίεσης, αντιπαράθεση κατά την εκστρατεία (υπέρ και κατά)
陳こびる ひねこびる

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι γερασμένος, παρουσιάζω μια εικόνα ωριμότητας (π.χ. για παιδιά)
陳述副詞 ちんじゅつふくし

ουσιαστικό

  1. 01 δηλωτικό επίρρημα (chinjutsu fukushi)
陳列棟 ちんれつとう

ουσιαστικό

  1. 01 γκαλερί, εκθεσιακός χώρος
陳臭い ひねくさい

επίθετο

  1. 01 παλαιός, με μυρωδιά παλαιότητας, μπαγιάτικος
陳套 ちんとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μπαγιάτικος, κοινότοπος, κλισέ
陳米 ひねごめ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιωμένο ρύζι
  1. 01 εκθέτω, δείχνω, παρουσιάζω
  2. 02 δηλώνω, αναφέρω, εκφράζω
  3. 03 αφηγούμαι, διηγούμαι
  4. 04 εξηγώ, διευκρινίζω