120 αποτελέσματα για «隠»

隠し撮り かくしどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφή λήψη (φωτογραφίας ή βίντεο), κρυφή φωτογράφιση, δημιουργία κρυφής βιντεοσκόπησης, κινηματογράφηση εν αγνοία κάποιου
隠し立て かくしだて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μυστικότητα, απόκρυψη
隠者 いんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ερημίτης, ασκητής
隠れ里 かくれざと

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό χωριό (ειδικά κρησφύγετο για ευγενείς ή καταφύγιο για στρατιώτες ηττημένου στρατού), απομονωμένο χωριό
  2. 02 μυθική περιοχή (βαθιά μέσα σε βουνά ή κάτω από τη γη), Σανγκρί-Λα
隠滅 いんめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστροφή (κυρίως αποδεικτικών στοιχείων), αλλοίωση, απόκρυψη
  2. 02 κρύψιμο, συγκάλυψη
隠れ住む かくれすむ

ρήμα

  1. 01 ζω κρυμμένος, ζω ως ερημίτης
隠遁 いんとん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομόνωση, απόσυρση (από τον κόσμο)
隠形 おんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αορατότητα (μέσω μαγείας)
隠蔽工作 いんぺいこうさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκάλυψη, προσπάθεια απόκρυψης γεγονότων
隠れ潜む かくれひそむ

ρήμα

  1. 01 κρύβομαι, παραμονεύω ακίνητος κρυμμένος
隠しカメラ かくしカメラ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή κάμερα, κάμερα κατασκοπείας
隠岐 おき

ουσιαστικό

  1. 01 Όκι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στο νησί Όκι στον σημερινό νομό Σιμάνε)
  2. 02 Όκι (νησί)
隠し球 かくしだま

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνασμα με κρυμμένη μπάλα
  2. 02 κρυμμένος άσος στο μανίκι, κρυφό όπλο
隠れんぼ かくれんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφτό (παιχνίδι)
隠し芸 かくしげい

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτεχνικό νούμερο, ταχυδακτυλουργικό κόλπο, κρυφό ταλέντο
隠棲 いんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομονωμένη ζωή
隠れ かくれ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυμμένος, αφανής, άγνωστος, κρυπτο-
  2. 02 αποδημία, θάνατος, τέλος
隠然 いんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λανθάνων, κρυφός, μυστικός, παρασκηνιακός
隠遁生活 いんとんせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκητική ζωή, απομονωμένη ζωή, ζωή μακριά από τον κόσμο
隠喩 いんゆ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά