197 αποτελέσματα για «頭»

頭を冷やす あたまをひやす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ηρεμώ, συνέρχομαι (μετά από θυμό)
頭巾 ずきん

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυμμα κεφαλής (ιδίως υφασμάτινο), κουκούλα, μαντίλι, σκούφος, σκούφος τύπου κάλτας, καπέλο
  2. 02 τοκίν (κάλυμμα κεφαλής που φορούν οι γιαμαμπούσι)
頭髪 とうはつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλλιά (στο κεφάλι)
頭がいっぱい あたまがいっぱい

άλλο

  1. 01 έχω το μυαλό μου όλο κάπου, είμαι απορροφημένος, είμαι εμμονικός, σκέφτομαι μόνο κάτι
頭が回る あたまがまわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι, σκέφτομαι
頭のいい あたまのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έξυπνος, ευφυής
頭いい あたまいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έξυπνος, ευφυής
頭の悪い あたまのわるい

επίθετο

  1. 01 αργόστροφος, χαμηλής αντίληψης
頭突き ずつき

ουσιαστικό

  1. 01 κουτουλιά
頭蓋 ずがい

ουσιαστικό

  1. 01 κρανίο
頭にくる あたまにくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 θυμώνω, οργίζομαι, εκνευρίζομαι, χάνω την ψυχραιμία μου, εξοργίζομαι
  2. 02 με πιάνει στο κεφάλι (για αλκοόλ), νιώθω τα συμπτώματα (ασθένειας), χάνω τα λογικά μου
頭が悪い あたまがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αργόστροφος, περιορισμένης αντίληψης, χαζός
頭頂部 とうちょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή του κεφαλιού, στεφάνη, βρεγματική χώρα
頭をもたげる あたまをもたげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σηκώνω κεφάλι, έρχομαι στο προσκήνιο, αποκτώ σημασία, δυναμώνω, προβάλλω
頭が上がらない あたまがあがらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 υπολείπομαι κάποιου (λόγω έλλειψης εξουσίας, δύναμης ή χρέους), αδυνατώ να σταθώ ισότιμα απέναντι σε κάποιον
頭目 とうもく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής, ηγέτης
頭領 とうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής, αφεντικό
頭一つ あたまひとつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ένα κεφάλι (π.χ. πιο ψηλός ή πιο κοντός)
  2. 02 αισθητή διαφορά (στα αποτελέσματα των διαγωνιζομένων)
頭数 とうすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός μεγάλων ζώων
頭に入れる あたまにいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω κατά νου, απομνημονεύω