1588 αποτελέσματα για «一»
一堂 いちどう
ουσιαστικό
- 01 ένα κτίριο (αίθουσα, ναός, ιερό, δωμάτιο)
- 02 ίδιος χώρος, ίδιο μέρος, ίδιο κτίριο
一場面 いちばめん
ουσιαστικό
- 01 μία σκηνή (σε θεατρικό έργο)
一身に集める いっしんにあつめる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι το επίκεντρο (της προσοχής, της συμπάθειας, της ελπίδας κ.λπ.)
一本取られた いっぽんとられた
άλλο
- 01 την πάτησα, με έπιασες στον ύπνο
一升瓶 いっしょうびん
ουσιαστικό
- 01 φιάλη ισσόμπιν (περίπου 1,8 λίτρα)
一撫で ひとなで
ουσιαστικό
- 01 ένα χάιδεμα
一般化 いっぱんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γενίκευση, διάδοση
一つとっても ひとつとっても
άλλο
- 01 ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, έστω και μόνο ένα (όταν υπάρχουν και άλλα παραδείγματα)
一途をたどる いっとをたどる
άλλο, ρήμα
- 01 συνεχίζω, ακολουθώ μια πορεία (π.χ. μια τάση)
一本立て いっぽんだて
ουσιαστικό
- 01 ενιαία βάση, μοναδικό πρότυπο
- 02 προβολή μιας μόνο ταινίας
一線を引く いっせんをひく
άλλο, ρήμα
- 01 θέτω όρια, καθορίζω μια διαχωριστική γραμμή, κάνω μια σαφή διάκριση
一塁 いちるい
ουσιαστικό
- 01 πρώτη βάση
- 02 παίκτης πρώτης βάσης
- 03 πρώτο οχυρό
一升 いっしょう
ουσιαστικό
- 01 ένα σό (περίπου 1,8 λίτρα)
一升 ひとます
ουσιαστικό
- 01 ένα τετράγωνο σε πλέγμα, ένα κελί πλέγματος
一気呵成 いっきかせい
ουσιαστικό
- 01 ολοκληρώνω μεμιάς, ολοκληρώνω σε μία συνεδρία, ολοκληρώνω με μία ανάσα
一味 いちみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φατρία, γένος, συμμορία, κύκλωμα, ομάδα, συνωμότες, υποστηρικτές
- 02 συμμετοχή (π.χ. σε συνωμοσία)
- 03 μία γεύση, μία γοητεία
- 04 ένα συστατικό (στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
- 05 καθολικότητα (των διδασκαλιών του Βούδα)
一芝居 ひとしばい
ουσιαστικό
- 01 τέχνασμα, θεατρινισμός
一計を案じる いっけいをあんじる
άλλο, ρήμα
- 01 σχεδιάζω ένα πλάνο, καταστρώνω ένα σχέδιο
一括り ひとくくり
ουσιαστικό
- 01 συγκέντρωση σε ένα σύνολο, ομαδοποίηση
一局 いっきょく
ουσιαστικό
- 01 μία παρτίδα (παιχνιδιού όπως γκο, σόγκι, κ.λπ.)
- 02 ένα ταμπλό (παιχνιδιού όπως γκο, σόγκι, κ.λπ.)
- 03 ένα γραφείο (ραδιοφωνικού σταθμού, ταχυδρομείου, κ.λπ.)