1588 αποτελέσματα για «一»
一日千秋 いちじつせんしゅう
ουσιαστικό
- 01 ανυπόμονα, η αναμονή ημερών που φαντάζουν αιώνες, κάθε στιγμή που μοιάζει με αιωνιότητα
一石を投じる いっせきをとうじる
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ αναστάτωση, ανακινώ ζήτημα, προκαλώ αίσθηση
一丁上がり いっちょうあがり
άλλο
- 01 έτοιμη η παραγγελία, μία παραγγελία έτοιμη, σερβίρεται, η παραγγελία σας είναι έτοιμη
- 02 το πρόβλημα λύθηκε, ένα τελείωσε, όλα έτοιμα
一班 いっぱん
ουσιαστικό
- 01 μία ομάδα, ένα τμήμα
- 02 ομάδα ένα, τμήμα ένα
- 03 ολόκληρη η ομάδα, ολόκληρο το τμήμα
一心に いっしんに
επίρρημα
- 01 ολόψυχα, αφοσιωμένα, θερμά, προσηλωμένα
一案 いちあん
ουσιαστικό
- 01 ιδέα, σχέδιο
一両日中 いちりょうじつちゅう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 εντός των επόμενων δύο ημερών, μέσα σε μία ή δύο ημέρες
一畳 いちじょう
ουσιαστικό
- 01 ένα τατάμι
一蹴り ひとけり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μία κλωτσιά
一生消えない いっしょうきえない
επίθετο
- 01 μόνιμος, ισόβιος
一戸 いっこ
ουσιαστικό
- 01 ένα σπίτι, νοικοκυριό
一発やる いっぱつやる
ρήμα
- 01 συνουσιάζομαι, κάνω σεξ με κάποιον
一揃い ひとそろい
ουσιαστικό
- 01 ένα σετ, ένα πλήρες σύνολο
一女 いちじょ
ουσιαστικό
- 01 μία κόρη
- 02 πρωτότοκη κόρη
一夜を共にする いちやをともにする
άλλο, ρήμα
- 01 περνώ τη νύχτα μαζί με κάποιον
一限 いちげん
ουσιαστικό
- 01 πρώτη διδακτική ώρα (π.χ. το πρώτο μάθημα της σχολικής ημέρας)
一人二役 ひとりふたやく
ουσιαστικό
- 01 διπλός ρόλος (σε ταινία, θεατρικό έργο, κ.λπ.), διπλή ερμηνεία
一種独特 いっしゅどくとく
επίθετο
- 01 μοναδικός, ιδιόμορφος, ιδιαίτερος
一度に いちどに N3
επίρρημα
- 01 όλα μαζί, ταυτόχρονα
一等賞 いっとうしょう
ουσιαστικό
- 01 πρώτο βραβείο, χρυσό μετάλλιο, τιμητική διάκριση