171 αποτελέσματα για «付»
付す ふす
ρήμα
- 01 προσκολλώ, επισυνάπτω, προσαρτώ
- 02 αναθέτω, παραπέμπω, χειρίζομαι (κάτι ως τέτοιο)
- 03 ακολουθώ (τον αρχηγό)
- 04 υποβάλλω (έγγραφο, κ.λπ.)
付いてる ついてる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι τυχερός, έχω τύχη
- 02 είμαι προσαρτημένος, έχω, συμπεριλαμβάνομαι, συνοδεύομαι, περιέχω, βρίσκομαι σε κατάσταση
付け足し つけたし
ουσιαστικό
- 01 προσθήκη, παράρτημα, συμπλήρωμα, υστερόγραφο
付けっぱなし つけっぱなし
ουσιαστικό
- 01 αφήνω κάτι αναμμένο (φως, τηλεόραση, κ.λπ.), αφήνω κάτι ενεργοποιημένο (π.χ. ένα κλειδί στην κλειδαριά)
付け替え つけかえ
ουσιαστικό
- 01 αντικατάσταση, αντικατάσταση εξαρτήματος
付け届け つけとどけ
ουσιαστικό
- 01 δώρο, φιλοδώρημα
- 02 δωροδοκία
付帯 ふたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμπληρωματικός, παρεπόμενος, δευτερεύων, παράπλευρος
付け所 つけどころ
ουσιαστικό
- 01 επίκεντρο της προσοχής, αυτό στο οποίο εστιάζει κάποιος
付け火 つけび
ουσιαστικό
- 01 εμπρησμός
付いて行ける ついていける
άλλο, ρήμα
- 01 συμβαδίζω, ακολουθώ τον ρυθμό, παρακολουθώ (τη σκέψη κάποιου), κατανοώ
付属校 ふぞくこう
ουσιαστικό
- 01 συνδεδεμένο σχολείο
付きっきり つきっきり
ουσιαστικό
- 01 διαρκής παρακολούθηση, συνεχής επίβλεψη, παραμονή στο πλευρό κάποιου καθ' όλη τη διάρκεια
付け髭 つけひげ
ουσιαστικό
- 01 ψεύτικο μουστάκι
付け方 つけかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος προσάρτησης κάποιου αντικειμένου
- 02 τρόπος καταγραφής κάποιου στοιχείου (σε ημερολόγιο κ.ά.)
付箋紙 ふせんし
ουσιαστικό
- 01 αυτοκόλλητο χαρτάκι σημειώσεων, σημειωματάριο με αυτοκόλλητα φύλλα
付け づけ
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 ημερομηνία, χρονολόγηση, ημερομηνία έναρξης ισχύος (π.χ. μιας αλλαγής κανόνων), καθορισμένος, εξωτερικός
付け目 つけめ
ουσιαστικό
- 01 αδύναμο σημείο (για να το εκμεταλλευτεί κανείς), αδυναμία
- 02 αντικείμενο, στόχος, κάτι για να κοιτάξει κανείς
付け人 つけびと
ουσιαστικό
- 01 βοηθός (ιδίως στο θέαμα ή το σούμο), συνοδός, κηδεμόνας
付随的 ふずいてき
επίθετο
- 01 συμπληρωματικός, παρεπόμενος, συνοδευτικός
付着物 ふちゃくぶつ
ουσιαστικό
- 01 προσκολλημένη ύλη, προσκολλημένες ουσίες, συσσώρευση, επικάλυψη