333 αποτελέσματα για «女»
女教師 おんなきょうし
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα δασκάλα
女性用 じょせいよう
ουσιαστικό
- 01 για χρήση από γυναίκες
女物 おんなもの
ουσιαστικό
- 01 γυναικείος (αναφέρεται σε αντικείμενα, είδη κ.λπ.), για γυναίκες, γυναικείας χρήσης
女子学生 じょしがくせい
ουσιαστικό
- 01 θηλυκή μαθήτρια, φοιτήτρια
女学院 じょがくいん
ουσιαστικό
- 01 γυναικείο κολέγιο (κυρίως σε ονόματα χριστιανικών σχολών)
女子会 じょしかい
ουσιαστικό
- 01 γυναικεία σύναξη, συγκέντρωση μόνο για γυναίκες
女学校 じょがっこう
ουσιαστικό
- 01 παρθεναγωγείο
女の手 おんなのて
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θηλυκός γραφικός χαρακτήρας
- 02 γυναικείο χέρι
女体 にょたい
ουσιαστικό
- 01 γυναικείο σώμα
女湯 おんなゆ
ουσιαστικό
- 01 γυναικείο λουτρό, γυναικείο τμήμα σε δημόσιο λουτρό
女人 にょにん
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα
女医 じょい
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα γιατρός
女性器 じょせいき
ουσιαστικό
- 01 γυναικεία γεννητικά όργανα
女手 おんなで
ουσιαστικό
- 01 γυναικεία βοήθεια, γυναικεία εργασία, γυναίκα εργάτρια
- 02 γυναικείος γραφικός χαρακτήρας
- 03 χιραγκάνα
女狐 めぎつね
ουσιαστικό
- 01 θηλυκή αλεπού, αλεπού
- 02 γυναίκα που παραπλανά τους άνδρες
女給 じょきゅう
ουσιαστικό
- 01 σερβιτόρα, οικοδέσποινα
女傑 じょけつ
ουσιαστικό
- 01 ηρωίδα, σπουδαία γυναίκα, θαρραλέα γυναίκα, γυναίκα με ισχυρό χαρακτήρα, αμαζόνα
女遊び おんなあそび
ουσιαστικό
- 01 γυναικοκυνηγητό, γυναικάς
女性関係 じょせいかんけい
ουσιαστικό
- 01 σχέσεις με γυναίκες
女たらし おんなたらし
ουσιαστικό
- 01 γυναικάς, καρδιοκατακτητής, δον ζουάν, εραστής των γυναικών